Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2007

Αντώνης Κλάψης

Η γαλλοβρετανική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932
για τη μελλοντική ευρωπαϊκή συνεργασία
και η ελληνική εξωτερική πολιτική

Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Πρακτικά ΚΖ΄ Πανελλήνιου Ιστορικού Συνεδρίου, 26–28 Μαΐου 2005, τόμος Β΄
(Θεσσαλονίκη: Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, 2007), σσ. 495–508


Η λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έθεσε δυναμικά επί τάπητος το ζήτημα της διαμόρφωσης μίας νέας ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη. Η εγκαθίδρυση του μπολσεβικικού καθεστώτος στη Ρωσία, η ήττα της Γερμανίας, η διάλυση της Αυστροουγγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η ανάδυση –τέλος– πλειάδας νέων κρατών στην κεντρική και την ανατολική Ευρώπη, συνέθεταν ένα γεωπολιτικό σκηνικό ριζικά διαφορετικό από εκείνο της προπολεμικής περιόδου. Την ίδια στιγμή, η εκατόμβη των θυμάτων, η βαριά κληρονομιά του Πολέμου σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και τα ψυχολογικά τραύματα που είχε αφήσει ανεξίτηλα στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ενίσχυαν αποφασιστικά το αίτημα της τελευταίας για την αποφυγή μίας παρόμοιας σύγκρουσης στο μέλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συνεργασία της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, των δύο μεγαλύτερων νικητριών Δυνάμεων στη Γηραιά Ήπειρο, έδειχνε να αποτελεί έναν από τους θεμέλιους λίθους για την οικοδόμηση του νέου διπλωματικού σκηνικού. Την ίδια στιγμή, το γερμανικό ζήτημα αναδεικνυόταν στο σημαντικότερο πρόβλημα που καλούνταν να αντιμετωπίσει η ευρωπαϊκή διπλωματία την επαύριο κιόλας του Μεγάλου Πολέμου. Κατά τρόπο ατυχή, ωστόσο, η ίδια η Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών (28 Ιουνίου 1919)[1] όχι μόνο δεν κατόρθωσε να οδηγήσει στην οριστική διευθέτηση των εκκρεμοτήτων που είχαν αναφυεί μεταξύ της Γερμανίας και των Δυνάμεων της Αντάντ, αλλά εξαιτίας του μονομερούς χαρακτήρα της συνέβαλε στη δημιουργία νέων προβλημάτων, με οξύτερο εκείνο της καταβολής των πολεμικών αποζημιώσεων.
Το θέμα της καταβολής των γερμανικών επανορθώσεων, οι οποίες ανέρχονταν στο ιλιγγιώδες ποσό των 132 δισεκατομμυρίων χρυσών μάρκων[2], αποκάλυπτε –γλαφυρότερα ίσως από οποιοδήποτε άλλο– τη διαφορετική αντίληψη Γάλλων και Βρετανών για το μέλλον της Ευρώπης. Στο Παρίσι, η αξίωση για αποζημιώσεις συνδυαζόταν με την προσπάθεια αποφυγής του κινδύνου αναβίωσης της γερμανικής απειλής. Η γαλλική πολιτική ηγεσία, κατατρεχόμενη ακόμα από το σύνδρομο της ήττας του 1870 και της συνακόλουθης απώλειας της Αλσατίας και της Λωρραίνης (έστω κι αν οι τελευταίες είχαν επανακτηθεί με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών), επιδίωκε σταθερά την αποδυνάμωση της Γερμανίας. Έτσι, οι διατάξεις για τις επανορθώσεις και η πιστή εφαρμογή τους, αποτελούσαν για τη Γαλλία έναν επιπλέον κρίκο στην πολιτική της διατήρησης των κερδών που της είχε αποφέρει ο πόλεμος, αφού η πληρωμή από την πλευρά του Βερολίνου θα συντελούσε αναπόφευκτα στην επιβράδυνση της διαδικασίας οικονομικής –και κατ’ επέκταση στρατιωτικής– ανάκαμψης της Γερμανίας. Με αυτόν τον τρόπο, οι Γάλλοι φιλοδοξούσαν όχι μόνο να διατηρήσουν αναλλοίωτα τα κέρδη που τους είχε προσπορίσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά επιπλέον να εγκαθιδρύσουν μία ιδιότυπη γαλλική ηγεμονία σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη[3].
Οι Βρετανοί, αντίθετα, αντιμετώπιζαν το ζήτημα των επανορθώσεων από εντελώς διαφορετική σκοπιά. Σύμφωνα με την άποψη του Λονδίνου, η οικονομική εξουθένωση της Γερμανίας θα είχε καταστρεπτικά αποτελέσματα[4], οδηγώντας σε πλήρη ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη, η διατήρηση της οποίας αποτελούσε μία από τις θεμελιώδεις αρχές της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής. Από αυτήν την άποψη, η προοπτική της ανάδειξης της Γαλλίας σε ηγεμονική δύναμη στη Γηραιά Ήπειρο, προκαλούσε την αντίδραση του Φόρειν Όφφις. Το τελευταίο, άλλωστε, επιθυμούσε την ενίσχυση του Βερολίνου, με σκοπό να αποτελέσει φραγμό έναντι της νεαρής Σοβιετικής Ρωσίας. Η προσήλωση, εξάλλου, της Βρετανίας στην αναγκαιότητα της οικονομικής ανόρθωσης της Γερμανίας, συνεχόταν με τους εμπορικούς δεσμούς που συνέδεαν τις δύο χώρες, αλλά και με τη διαπίστωση ότι χωρίς τη δυναμική συνεισφορά της γερμανικής οικονομίας, ολόκληρη η ευρωπαϊκή οικονομία ήταν καταδικασμένη σε μαρασμό[5].
Η διάσταση απόψεων ανάμεσα στη γαλλική και τη βρετανική διπλωματία θα επιβεβαιωνόταν σχεδόν σε όλες τις μεταγενέστερες προσπάθειες διευθέτησης του προβλήματος των γερμανικών επανορθώσεων. Ανεξάρτητα, πάντως, από τις διαφορετικές εκτιμήσεις των δύο πλευρών, πολύ σύντομα άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι η Γερμανία αδυνατούσε στην πράξη να συμμορφωθεί με τους επαχθείς όρους που της είχαν επιβληθεί στις Βερσαλλίες. Η διαπίστωση αυτή ώθησε τα εμπλεκόμενα μέρη να αναζητήσουν ρεαλιστικότερες λύσεις, με σημαντικότερες εκείνες που ενσωματώθηκαν αρχικά στο Σχέδιο Ντόουζ (1924) και αργότερα στο Σχέδιο Γιούνγκ (1929). Μολονότι, ωστόσο, οι ευνοϊκές ρυθμίσεις που προέβλεπε το τελευταίο προς όφελος του Βερολίνου, έδειχναν να παρέχουν τις προϋποθέσεις για ορθολογιστικότερη αντιμετώπιση του προβλήματος, η μεσολάβηση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έμελλε να ανατρέψει εκ νέου το σκηνικό.

* * * * *


Στις 16 Ιουνίου 1932 συγκλήθηκε στη Λωζάννη η Συνδιάσκεψη των Επανορθώσεων, με σκοπό να εξετάσει την κατάσταση, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί από την επίδραση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Η επιλογή της ημερομηνίας δεν υπήρξε καθόλου τυχαία, αφού στο τέλος του ίδιου μήνα έληγε το χρεοστάσιο που είχε επιβληθεί ένα χρόνο νωρίτερα, ύστερα από την αποδοχή της σχετικής πρότασης του προέδρου των ΗΠΑ, Χέρμπερτ Χούβερ. Η συγκυρία παρουσιαζόταν εξαιρετικά ευνοϊκή για την ικανοποίηση των γερμανικών αιτημάτων σχετικά με την κατάργηση των επανορθώσεων, καθώς ήταν πλέον προφανές ότι στη δεδομένη οικονομική συγκυρία η Γερμανία δεν μπορούσε να ανταποκριθεί έστω και στις μειωμένες πληρωμές που προέβλεπε το σχέδιο Γιούνγκ[6]. Οι γερμανικές θέσεις, εξάλλου, όχι μόνο συναντούσαν την ευνοϊκή ανταπόκριση τόσο της Μεγάλης Βρετανίας, όσο και της Ιταλίας, αλλά επιπλέον η κυβερνητική αλλαγή στη Γαλλία, όπου την πρωθυπουργία ανέλαβε στις αρχές Ιουνίου του 1932 ο Εντουάρ Ερριώ, προδιέγραφε την υιοθέτηση διαλλακτικότερης στάσης της γαλλικής διπλωματίας έναντι του Βερολίνου[7].
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η Συνδιάσκεψη θα καταλήξει πράγματι στην απόφαση περιορισμού των υποχρεώσεων της Γερμανίας στο συνολικό ποσό των 3 δισεκατομμυρίων χρυσών μάρκων[8], εξέλιξη που ουσιαστικά συνεπαγόταν την οριστική κατάργηση των επανορθώσεων. Η διευθέτηση αυτού του τόσου περίπλοκου ζητήματος έδειχνε να σηματοδοτεί την απαρχή μίας νέας περιόδου για την ευρωπαϊκή πολιτική. Για πρώτη φορά η Γαλλία, συγκατανεύοντας στο αίτημα ενταφιασμού των επανορθώσεων, εμφανιζόταν διατεθειμένη να συναινέσει σε μία αναθεώρηση –ορι-σμένων έστω πτυχών– του συμβατικού πλέγματος των Βερσαλλιών. Με αυτόν τον τρόπο, εξάλλου, πέραν του προφανούς συμβολικού χαρακτήρα της κίνησης, το Παρίσι έμοιαζε να αποδέχεται την ιδέα ότι η οικονομική ανάκαμψη της Γερμανίας, η οποία είχε στο πρόσφατο παρελθόν αποτελέσει φόβητρο για τη γαλλική κοινή γνώμη, δεν ερχόταν σε αντίθεση με τα γαλλικά συμφέροντα.
Η μεταστροφή αυτή της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής, ωστόσο, δεν σήμαινε ότι το Και ντ’ Ορσαί είχε πάψει πλήρως να ανησυχεί για το ενδεχόμενο αναβίωσης της γερμανικής επιθετικότητας, η οποία θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια της χώρας. Όπως, εξάλλου, είχε έγκαιρα διαφανεί, εάν η Γερμανία επιδίωκε τη διαγραφή των επανορθώσεων, η Γαλλία δεν εννοούσε να παραιτηθεί από αυτές άνευ όρων[9]. Με βάση τα νέα δεδομένα που προέκυπταν μετά τη Συμφωνία της Λωζάννης, το Παρίσι ήταν φυσικό να αναζητήσει άλλου είδους εγγυήσεις, επιδίωξη που αναπόφευκτα έστρεφε το γαλλικό ενδιαφέρον προς την κατεύθυνση του Λονδίνου.
Η καταρχήν θετική ανταπόκριση της βρετανικής κυβέρνησης, έδειχνε να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ευόδωσης των γαλλικών σχεδίων, γεγονός που επιβεβαιώθηκε κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης στην ελβετική πόλη. Έτσι, στις 13 Ιουλίου, μόλις τέσσερις ημέρες δηλαδή μετά τη λήξη της Συνδιάσκεψης, ο υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας και ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, σερ Τζων Σάιμον και Εντουάρ Ερριώ, αντίστοιχα, ανήγγειλαν στα κοινοβούλια των δύο κρατών την επίτευξη γαλλοβρετανικής σύμπραξης, η οποία είχε συντελεσθεί στη Λωζάννη και βασιζόταν πάνω σε τέσσερις θεμελιώδεις αρχές: α) αμοιβαία ανταλλαγή απόψεων και υποχρέωση των δύο πλευρών να αλληλοπληροφορούνται σχετικά με κάθε ζήτημα που αφορούσε στην κατάσταση στην Ευρώπη, β) επέκταση της συνεργασίας προς κάθε ενδιαφερόμενο κράτος προκειμένου να βρεθεί δίκαιη λύση για όλους στο ζήτημα του αφοπλισμού, γ) συντονισμό των ενεργειών Λονδίνου, Παρισιού, αλλά και των υπολοίπων κρατών, έτσι ώστε να προπαρασκευασθεί η προσεχής Παγκόσμια Οικονομική Συνδιάσκεψη, και δ) αποχή από κάθε ενέργεια που θα είχε το χαρακτήρα διακριτικής εχθρότητας κατά των συμφερόντων των δύο κρατών[10].
Η ανακοίνωση της γαλλοβρετανικής Συμφωνίας, παρά τον αυστηρά διακηρυκτικό της χαρακτήρα, αποτελούσε από μόνη της ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός. Η θερμή υποδοχή, εξάλλου, που της επιφυλάχθηκε στο Παρίσι[11], αναδείκνυε την ψυχολογική της διάσταση. Στη γαλλική πρωτεύουσα η Συμφωνία χαιρετίσθηκε ως ένα πρώτο αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση της αναβίωσης της εγκάρδιας συνεννόησης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου[12]. Οι Γάλλοι, άλλωστε, δεν έκρυβαν ότι επιθυμούσαν τη στενή συνεργασία με τη Βρετανία, διαβλέποντας σε αυτήν μία απτή εγγύηση της ασφάλειας της χώρας τους[13]. Στο Λονδίνο, αντίθετα, δεν επικρατούσε ο ίδιος ενθουσιασμός. Η βρετανική επιφυλακτικότητα έτεινε να αφαιρεί από τη Συμφωνία οποιαδήποτε πρακτική σημασία[14], προσδίδοντάς της χαρακτήρα προκαταρκτικής σύμπραξης στο πλαίσιο μίας ευρύτερης συνεννόησης όλων των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης[15].
Η στάση της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία –όπως αποδεικνυόταν από επανειλημμένες δηλώσεις του Σάιμον– αν και είχε επιδιώξει την κατάληξη σε συμφωνία με τη Γαλλία, δεν παρέλειπε να υποβαθμίζει τη σημασία της, δημιουργούσε προβληματισμό στο Παρίσι, ενισχύοντας όσους υποστήριζαν ότι η γαλλική κοινή γνώμη υπερέβαλε ως προς την αξία της διμερούς Δήλωσης και ότι ίσως ο Ερριώ είχε πέσει θύμα «αυταπάτης». Οι γαλλικές ανησυχίες δεν ήταν άσχετες με την εντύπωση που είχε σταδιακά αρχίσει να εμπεδώνεται ότι η Συμφωνία αποτελούσε στην ουσία επιτυχία της Βρετανίας, μέσω της οποίας η γαλλική κυβέρνηση θα ωθούνταν σε ευρύτερες παραχωρήσεις –πολιτικού χαρακτήρα πλέον– προς όφελος της Γερμανίας, ιδίως σε ότι αφορούσε στο ζήτημα του αφοπλισμού. Σύμφωνα, εξάλλου, με μία εκτίμηση, η γαλλοβρετανική Συμφωνία θα έδινε το μέσο στους Γερμανούς, οι οποίοι είχαν ήδη τη συμπάθεια του Λονδίνου, να επιχειρήσουν –με μεγαλύτερες ελπίδες σε σχέση με το παρελθόν– την αναθεώρηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών[16].
Η διαφαινόμενη διάσταση απόψεων ανάμεσα στο Παρίσι και το Λονδίνο αποκάλυπτε τις πρώτες ρωγμές στη μεταξύ τους σύμπραξη. Τα συμπτώματα, εξάλλου, είχαν γίνει ορατά ήδη από την επαύριο της ανακοίνωσης της διμερούς Συμφωνίας, με αφορμή δηλώσεις που είχαν αποδοθεί στον Ερριώ αναφορικά με το ζήτημα των πολεμικών χρεών προς τις ΗΠΑ. Όπως μετέδιδε από τη γαλλική πρωτεύουσα το έγκυρο ειδησεογραφικό πρακτορείο Ρώυτερς[17], ο Γάλλος πρωθυπουργός είχε σπεύσει να διευκρινίσει ότι βάσει της Συμφωνίας που είχε επιτευχθεί στη Λωζάννη με τη Μεγάλη Βρετανία, η τελευταία δεν μπορούσε –όπως στο παρελθόν– να αναλάβει την πραγματοποίηση πληρωμών για πολεμικά χρέη προς την Ουάσινγκτον, χωρίς προηγουμένως να συνεννοηθεί με τη γαλλική κυβέρνηση[18]. Η βρετανική πλευρά, ωστόσο, δεν ήταν διατεθειμένη να ακολουθήσει τη γραμμή του Παρισιού˙ αντίθετα, κατέβαλε προσπάθειες προκειμένου να διασκεδασθούν οι εντυπώσεις και να κατευνασθούν τυχόν αμερικανικές ανησυχίες[19]. Η άμεση διάψευση του Βρετανού πρωθυπουργού, Ράμσαιη Μακντόναλντ, σχετικά με την ερμηνεία που είχε επιχειρήσει να δώσει στη γαλλοβρετανική Συμφωνία ο Ερριώ, αλλά και το επίσημο ανακοινωθέν του Φόρεϊν Όφφις ότι η διμερής Δήλωση δεν αφορούσε σε καμία περίπτωση τα βρετανικά χρέη προς τις ΗΠΑ, ανάγκασαν σε αναδίπλωση το Γάλλο πρωθυπουργό, ο οποίος διαβεβαίωνε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι ουδέποτε είχε προβεί σε δήλωση ή υπαινιγμό για το ζήτημα των χρεών[20].
Η διαφωνία, βέβαια, ως προς το ζήτημα των πολεμικών χρεών, δεν αρκούσε από μόνη της να προκαλέσει σοβαρή κρίση στις γαλλοβρετανικές σχέσεις˙ αποδείκνυε, ωστόσο, το διαφορετικό πνεύμα που επικρατούσε στις δύο όχθες της Μάγχης. Η στενή συνεργασία που επιδίωκε το Παρίσι, δεν φαινόταν να συμβιβάζεται με τη σταθερή απόφαση του Λονδίνου να αποφύγει διμερείς συμπράξεις, προτιμώντας την πολυμερή –και επομένως λιγότερο δεσμευτική– διεθνή συνεργασία. Από αυτήν την άποψη, μόνο έκπληξη δεν προκαλούσε η πρωτοβουλία του Σάιμον να ανακοινώσει –λίγες μόνο ημέρες μετά τη λήξη της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης– ενώπιον του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών ότι η γαλλοβρετανική Συμφωνία προοριζόταν να επεκταθεί σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, γεγονός που επιβεβαίωνε και ο Ερριώ, ο οποίος μάλιστα προσέθετε ότι κάθε κυβέρνηση μπορούσε να ανακοινώσει μονομερώς την προσχώρησή της, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως ειδική πρόσκληση[21].
Σαφέστερη εικόνα της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί έδινε από τη Γενεύη ο Νικόλαος Πολίτης. Από συνομιλίες που είχε με συνεργάτες του Ερριώ, ο Έλληνας διπλωμάτης και διακεκριμένος διεθνολόγος είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως η πρωτοβουλία για την κατάληξη στη Συμφωνία της Λωζάννης ανήκε στους Βρετανούς και προσωπικά στον Μακντόναλντ, ο οποίος θεωρούσε ότι προκειμένου να επιτευχθεί η επικράτηση της ειρήνης στην Ευρώπη, επιβαλλόταν η συστηματική συνεργασία των κρατών της τελευταίας, με αναγκαία βάση την προκαταρκτική συνεννόηση μεταξύ Λονδίνου και Παρισιού. Τη συνεννόηση αυτή, ο Μακντόναλντ την παρουσίασε στον Ερριώ ως πολιτικό αντάλλαγμα έναντι των παραχωρήσεων που του ζητούσε να κάνει προς όφελος της Γερμανίας σχετικά με τις επανορθώσεις, έτσι ώστε να εξασφαλισθεί η επιτυχία της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης, στην οποία η Βρετανία απέδιδε μεγάλη σημασία. «Ετόνισε δε [ο Μακντόναλντ]», συμπλήρωνε ο Πολίτης, «ότι μόνον τοιουτοτρόπως θα ηδύνατο ν’ αρχίση η πραγματοποίησις της περί πανευρωπαϊκής ενώσεως ιδέας[22], ήτις ουδεμίαν σοβαράν πρόοδον εσημείωσε κατά τα δύο τελευταία έτη ακριβώς διότι συνέπεσε να μη υπάρχη ειλικρινής συνεργασία μεταξύ των δύο Δυτικών Δυνάμεων»[23].
Ο Πολίτης, ωστόσο, εκτιμούσε ότι άλλοι ήταν οι πραγματικοί λόγοι που είχαν εμπνεύσει την πρωτοβουλία του Βρετανού πρωθυπουργού. Ο Μακντόναλντ δεν απέκρυπτε ούτε την απέχθεια του προς την Κοινωνία των Εθνών, ούτε την περιφρόνησή του έναντι των μικρότερων κρατών, και κατά συνέπεια επιθυμούσε ενδόμυχα την ανασυγκρότηση του προπολεμικού διευθυντηρίου των Μεγάλων Δυνάμεων. Για αυτόν το λόγο, συνέχιζε ο Πολίτης, ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε αρχικά προτείνει η πρόσκληση προσχώρησης στη Συμφωνία να περιοριζόταν μόνο στις σημαντικότερες Δυνάμεις και στο Βέλγιο, εισήγηση που απέρριψε ο Ερριώ. Ο Έλληνας διπλωμάτης, εξάλλου, δεν απέκλειε ο Μακντόναλντ να διακατεχόταν από την υστερόβουλη σκέψη αναγόρευσης της χώρας του σε διαιτητή ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία, με όσες συνέπειες μπορούσε μία τέτοια εξέλιξη να έχει για την ισορροπία των δυνάμεων στην ηπειρωτική Ευρώπη[24].
Οι εκτιμήσεις του Πολίτη φαίνεται πως απηχούσαν σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις αρκετών Γάλλων ιθυνόντων, οι οποίοι αντιμετώπιζαν με καχυποψία τη βρετανική πολιτική. Δεν ήταν, άλλωστε, τυχαίο το γεγονός ότι στενοί συνεργάτες του Ερριώ είχαν μάταια επιχειρήσει να τον αποτρέψουν να αποδεχθεί τις προτάσεις του Μακντόναλντ, αφού ο Γάλλος πρωθυπουργός είχε συγκατανεύσει, πιστεύοντας ακράδαντα στη φιλία και τις καλές προθέσεις του Βρετανού ομολόγου του. Ο ίδιος ο Πολίτης, ωστόσο, δεν έτρεφε αυταπάτες σχετικά με τα πρακτικά αποτελέσματα που θα προέκυπταν στο προσεχές μέλλον από τη γαλλοβρετανική συνεργασία, όπως αυτή είχε αποκρυσταλλωθεί στη Δήλωση της 13ης Ιουλίου, δεδομένου ότι η τελευταία ήταν γενικόλογη και ελλιπέστατα επεξεργασμένη: «Εν τούτοις», σημείωνε ο Έλληνας διπλωμάτης, «παρά τας δοθείσας αμοιβαίως εξηγήσεις και διαβεβαιώσεις, δεν φαίνεται να υπάρχη εκατέρωθεν σαφής ιδέα περί της εννοίας της συμφωνίας ούτε περί της πρακτικής αυτής σημασίας. Εκ της συμφωνίας ταύτης ουδεμία προκύπτει υποχρέωσις. Θεωρείται μάλλον ως η διαπίστωσις των ψυχικών διαθέσεων των δύο Πρωθυπουργών και ως μη δυναμένη να έχη άλλα αποτελέσματα εκτός της επιθυμητής συνεργασίας κατά τας προσεχείς διεθνείς διασκέψεις και της συνάψεως εμπορικής συμβάσεως μεταξύ των δύο χωρών» [25].
Η ασάφεια και η αοριστία που χαρακτήριζε τη γαλλοβρετανική Συμφωνία επισημαινόταν τόσο από την ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι[26], όσο και από εκείνη του Λονδίνου[27]. Κοινή, εξάλλου, ήταν και η διαπίστωση ότι η πρόβλεψη για τη συμμετοχή των ελασσόνων ευρωπαϊκών δυνάμεων δεν αποσκοπούσε σε κανένα άλλο πρακτικό αποτέλεσμα, παρά μόνο στην αναβίωση του Σχεδίου Μπριάν για την «Ομοσπονδιακή Ένωση της Ευρώπης» που είχε υποβληθεί δύο χρόνια νωρίτερα[28]. Με αυτά τα δεδομένα υπόψη, η Αθήνα απέδιδε περιορισμένη σημασία στη γαλλοβρετανική πρωτοβουλία, θεωρώντας την ουσιαστικά ως διπλωματικό ελιγμό του Φόρεϊν Όφφις, γεγονός που αποτύπωνε με γλαφυρό τρόπο ο ίδιος ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, Ανδρέας Μιχαλακόπουλος: «Οι Άγγλοι το pacte αυτό προσέφεραν εις τον κ. Ερριώ διά να τον κάμουν υποχωρητικώτερον. Το εδέχθη. Το διεκήρυξεν ως entente cordiale δευτέρας εκδόσεως. Οι Άγγλοι τότε εδήλωσαν ότι είναι ελευθέρα η προσχώρησις εις όλους. Γυναίκα που φλερτάρει με πολλούς δεν παρουσιάζει τον κίνδυνον της αποκλειστικώς ερωτοτροπούσης με ένα. Οι πολλοί θιασώται της εμπιστοσύνης εναγκαλιζόμενοι το σύμφωνον θα το στραπατσάρουν, μου φαίνεται»[29].
Παρά τις επικρίσεις, ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε στα τέλη Ιουλίου να προσχωρήσει στη Συμφωνία[30], εκτιμώντας προφανώς ότι η συμμετοχή σε μία ανώδυνη πρωτοβουλία ήταν προτιμότερη από την αποχή, από τη στιγμή μάλιστα που είχε ήδη ανακοινωθεί η συμμετοχή πλειάδας ευρωπαϊκών κρατών, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Ιταλία[31], το Βέλγιο, η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Γιουγκοσλαβία, η Αυστρία και η Τσεχοσλοβακία[32]. Όπως, όμως, έγκαιρα είχε επισημανθεί από ελληνικής πλευράς, η διεύρυνση του κύκλου των συμμετεχόντων άμβλυνε το διμερή χαρακτήρα της γαλλοβρετανικής Δήλωσης, οδηγώντας αναπότρεπτα στην υποβάθμιση της πρακτικής της αξίας. Ακόμα και αυτή, εξάλλου, η προσπάθεια του Παρισιού να χρησιμοποιήσει τη Συμφωνία με το Λονδίνο για να δώσει νέα ώθηση στο Σχέδιο Μπριάν, το οποίο μετά το θάνατο του εμπνευστή του το Μάρτιο του 1932 έμοιαζε να έχει τεθεί στο περιθώριο, δεν απέδωσε καρπούς, αφού το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους το ναυάγιο της 6ης Συνεδρίασης της Πανευρωπαϊκής Επιτροπής υπό την προεδρία του Ερριώ σηματοδότησε την οριστική εγκατάλειψη της ιδέας για την οικοδόμηση μίας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας[33].
Η αποτυχία της γαλλοβρετανικής Συμφωνίας υπήρξε πρώτα απ’ όλα απότοκη των διαφορετικών προτεραιοτήτων που οι δύο πλευρές έθεταν σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της μεσοπολεμικής περιόδου. Για τους Γάλλους, το κυρίαρχο ζήτημα ήταν η αποφυγή της αναβίωσης του γερμανικού επεκτατισμού, ο οποίος μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία των δυνάμεων, αποτελώντας έτσι σοβαρή απειλή για τη γαλλική ασφάλεια. Με αυτά τα δεδομένα, ήταν απόλυτα φυσικό η διμερής Συμφωνία να ερμηνευθεί στο Παρίσι –κατά τρόπο ασφαλώς υπερβολικό– ως μία επιπλέον δέσμευση του Λονδίνου για τη διατήρηση του υφιστάμενου εδαφικού και πολιτικού status quo[34], από τη στιγμή, μάλιστα, που η γαλλική κυβέρνηση είχε και στο παρελθόν αναζητήσει ανάλογες εγγυήσεις στην αντίπερα όχθη της Μάγχης. Οι Βρετανοί, ωστόσο, δεν συμμερίζονταν απόλυτα τις γαλλικές απόψεις για την ανάγκη ανάσχεσης του δυνητικού κινδύνου που ενσάρκωνε η Γερμανία. Για το Φόρεϊν Όφφις, αντίθετα, η επανάκαμψη του Βερολίνου ως ισότιμου παίχτη στην ευρωπαϊκή διπλωματική σκακιέρα εξυπηρετούσε τα βρετανικά συμφέροντα, αφού μπορούσε να λειτουργήσει εξισορροπητικά στις ηγεμονικές τάσεις της Γαλλίας. Κάτω από αυτό το πρίσμα, επομένως, το Λονδίνο ήταν μεν διατεθειμένο να προσφέρει στους Γάλλους μία γενικόλογη Δήλωση διμερούς συνεργασίας σε αντάλλαγμα της συγκατάθεσης του Και ντ’ Ορσαί στο ζήτημα της κατάργησης των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων, αλλά εμφανιζόταν απρόθυμο να αναλάβει συγκεκριμένες συμμαχικές δεσμεύσεις απέναντι στο Παρίσι.
Εξεταζόμενη εκ των υστέρων, η γαλλοβρετανική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 μοιάζει να αποτελεί την τελευταία ίσως κοινή προσπάθεια του Παρισιού και του Λονδίνου να επιτύχουν μία συνολικότερη διευθέτηση των ευρωπαϊκών ζητημάτων, πριν η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία τον Ιανουάριο του επόμενου έτους εγκαινιάσει την ολισθηρή πορεία που θα κατέληγε λίγα χρόνια αργότερα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αδυνατώντας, ωστόσο, να συγκεράσει τις διαφορετικές προσεγγίσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας, η γαλλοβρετανική Συμφωνία στερούνταν ευθύς εξαρχής του απαραίτητου διπλωματικού έρματος, το οποίο δεν μπορούσε να είναι άλλο από τη σύμπτωση των εκατέρωθεν αντιλήψεων. Η επιφυλακτική βρετανική στάση αποδείκνυε ότι το Φόρεϊν Όφφις δεν ήταν διατεθειμένο να εμπλακεί στις ηπειρωτικές διενέξεις, τουλάχιστον όχι πριν εκτιμούσε ότι θίγονταν ζωτικά βρετανικά συμφέροντα, την ίδια στιγμή που η γαλλική κυβέρνηση επιθυμούσε διακαώς την όσο το δυνατόν στενότερη διμερή συνεργασία. Έτσι, η Συμφωνία δεν άργησε, επιβεβαιώνοντας την πρόβλεψη του Έλληνα πρεσβευτή στο Λονδίνο, Δημήτριου Κακλαμάνου, να καταλήξει στο ιδιότυπο διεθνές μουσείο της διπλωματικής ιστορίας, όπου ήδη κατείχαν περίοπτη θέση οι Συμφωνίες του Λοκάρνο και το Σύμφωνο Μπριάν – Κέλλογκ[35].

[1]Για τις διατάξεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών βλ. ενδεικτικά Θεόδωρος Χριστοδουλίδης, Διπλωματική Ιστορία Τριών Αιώνων, τόμος Β΄ (Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 1997, Γ΄ Έκδοση), σσ. 565–568.
[2]Βλ. Αρετή Τούντα–Φεργάδη, Η εξωτερική πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων στο Μεσοπόλε-μο (Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 2000), σ. 29. Πρβλ. Margaret Macmillan, Οι Ειρηνοποιοί: έξι μήνες που άλλαξαν τον κόσμο (Αθήνα: Θεμέλιο, 2005), σ. 264.
[3]Βλ. Α. Ι. Κοραντής, Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης (1919–1945), τόμος Α΄ (Αθήνα: Ελεύθερη Σκέψις, 1996), σσ. 265–266.
[4]Ήδη από την εποχή της Συνδιάσκεψης Ειρήνης στο Παρίσι, ο επιφανής Βρετανός οικονομολόγος, Τζων Μέυναρντ Κέυνς, είχε εκφράσει την αντίθεσή του στις σχεδιαζόμενες ρυθμίσεις σχετικά με τις επανορθώσεις, αναγκαζόμενος να παραιτηθεί από τη θέση του ως μέλος της βρετανικής αντιπροσωπείας στη γαλλική πρωτεύουσα όταν οι προτάσεις του δεν εισακούστηκαν. Ο ίδιος, εξάλλου, θεωρούσε ότι η Συνθήκη των Βερσαλλιών αποτελούσε συνταγή οικονομικής καταστροφής, η οποία έφερε το σπέρμα ενός νέου πολέμου, αφού οι επανορθώσεις απειλούσαν με κατάρρευση όχι μόνο τη Γερμανία, αλλά ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα που πριν από τον πόλεμο ήταν αρθρωμένο γύρω της˙ βλ. Χριστοδουλίδης, ό.π., σσ. 574, 579.
[5]Τούντα–Φεργάδη, ό.π., σσ. 87–88.
[6]Πολλοί Γάλλοι, ωστόσο, θεωρούσαν ότι δεν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος γενικής χρεοκοπίας της Γερμανίας, δεδομένου ότι –όπως υποστήριζαν– η οικονομική κατάσταση της τελευταίας δεν ήταν τόσο απελπιστική όσο η ίδια αρεσκόταν να την παρουσιάζει˙ βλ. Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας [στο εξής Α.Υ.Ε.], 1929–1930, Εκθέσεις Γαλλίας, Πολίτης προς Μιχαλακόπουλο, αρ. 3918, Παρίσι, 11 Νοεμβρίου 1931.
[7]Κοραντής, ό.π., σ. 420.
[8]Τούντα–Φεργάδη, ό.π., σ. 101. Πρβλ. Ελεύθερον Βήμα, 9 και 10 Ιουλίου 1932.
[9]Α.Υ.Ε., 1929–1930, Εκθέσεις Γαλλίας, Πολίτης προς Μιχαλακόπουλο, αρ. 3918, Παρίσι, 11 Νοεμβρίου 1931.
[10]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Γονατά, αρ. 1819/Στ/32, Λονδίνο, 14 Ιουλίου 1932. Πρβλ. Ελεύθερον Βήμα, 14 Ιουλίου 1932.
[11]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Μαρκέτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 2360, Παρίσι, 16 Ιουλίου 1932.
[12]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Γονατά, αρ. 1819/Στ/32, Λονδίνο, 14 Ιουλίου 1932.
[13]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Μαρκέτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 2360, Παρίσι, 16 Ιουλίου 1932˙ Μαρκέτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 2412, Παρίσι, 21 Ιουλίου 1932.
[14]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Γονατά, αρ. 1859/Στ/32, Λονδίνο, 18 Ιουλίου 1932.
[15]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Γονατά, αρ. 1819/Στ/32, Λονδίνο, 14 Ιουλίου 1932.
[16]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Μαρκέτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 2360, Παρίσι, 16 Ιουλίου 1932.
[17]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 1839, Λονδίνο, 16 Ιουλίου 1932.
[18]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Γονατά, αρ. 1819/Στ/32, Λονδίνο, 14 Ιουλίου 1932.
[19]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Γονατά, αρ. 1828/Στ/32, Λονδίνο, 15 Ιουλίου 1932˙ Κακλαμάνος προς Υπουργείο Εξωτερι- κών, αρ. 1839, Λονδίνο, 16 Ιουλίου 1932.
[20]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 1839, Λονδίνο, 16 Ιουλίου 1932˙ Κακλαμάνος προς Γονατά, αρ. 1859/Στ/32, Λονδίνο, 18 Ιουλίου 1932.
[21]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Πολίτης προς Βενιζέλο (Μπανιόλ ντε λ’ Ορν), άν. αρ., Γενεύη, 19 Ιουλίου 1932.
[22]Τα σχέδια για την ομοσπονδιακή οργάνωση της Ευρώπης είχαν αποτελέσει ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αντικείμενο ευρείας συζήτησης, κυρίως χάρη στις πρωτοβουλίες του βασικού οραματιστή τους, Ριχάρδου Κουντενχόβε–Καλέργκι. Απόρροια αυτών των διεργασιών υπήρξε η πρόταση για τη συγκρότηση μίας Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, την οποία θα αναπτύξει το Σεπτέμβριο του 1929 από του βήματος της Κοινωνίας των Εθνών ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών, Αριστείδης Μπριάν. Το Μάιο του επόμενου έτους ο Μπριάν θα επανέλθει, υποβάλλοντας στις κυβερνήσεις 27 ευρωπαϊκών κρατών το ολοκληρωμένο υπόμνημά του για μία νέα πολιτική και οικονομική οργάνωση της Γηραιάς Ηπείρου, το οποίο έμελλε να μείνει γνωστό στην ιστορία ως Σχέδιο Μπριάν. Σχετικά με το Σχέδιο Μπριάν βλ. ενδεικτικά Κοραντής, ό.π., σσ. 335–343. Ειδικότερα για την ελληνική ανταπόκριση σε αυτό βλ. Δημήτρης Κιτσίκης, Ελλάς και Ξένοι (1919–1967) (Αθήναι: Βιβλιοπωλείον της ‘‘Εστίας’’, 1977), σσ. 53–76, και Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Ελευθέριος Βενιζέλος: 12 Μελετήματα (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1999), σσ. 219–237.
[23]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Πολίτης προς Βενιζέλο (Μπανιόλ ντε λ’ Ορν), άν. αρ., Γενεύη, 19 Ιουλίου 1932.
[24]Στο ίδιο.
[25]Στο ίδιο.
[26]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Μαρκέτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 2412, Παρίσι, 21 Ιουλίου 1932.
[27]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Γονατά, αρ. 1928/Στ/32, Λονδίνο 26 Ιουλίου 1932.
[28]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Γονατά, αρ. 1859/Στ/32, Λονδίνο, 18 Ιουλίου 1932˙ Μαρκέτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 2377, Παρίσι, 20 Ιουλίου 1932˙ Μαρκέτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 2412, Παρίσι, 21 Ιουλίου 1932˙ Κακλαμάνος προς Γονατά, αρ. 1903/Στ/32, Λονδίνο, 22 Ιουλίου 1932.
[29]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Μιχαλακόπουλος προς [Μαυρουδή] (επιστολή), Μπαντ Εμς, 30 Ιουλίου 1932. Αντίγραφο της ίδιας επιστολής υπάρχει και στο Αρχείο Ανδρέα Μιχαλακόπουλου (Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο), φάκ. 3 (υποφάκ. 3.1).
[30]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 1298, Λονδίνο, 26 Ιουλίου 1932˙ [Υπογραφή δυσανάγνωστη] προς όλες τις Πρεσβείες και τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία στη Γενεύη, αρ. 8228/Α/3, Αθήνα, 27 Ιουλίου 1932˙ Πολίτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 2441, Παρίσι, 28 Ιουλίου 1932.
[31]Παρά την απόφαση, ωστόσο, της Ρώμης να προσχωρήσει στη Δήλωση της 13ης Ιουλίου, ο Ιταλός δικτάτορας, Μπενίτο Μουσολίνι, εμφανιζόταν ενοχλημένος όχι μόνο από το γεγονός ότι η Συμφωνία είχε επιτευχθεί εν αγνοία της Ιταλίας, αλλά κυρίως από την ερμηνεία που είχε δοθεί από τη γαλλική κοινή γνώμη σχετικά με την αναβίωση της γαλλοβρετανικής συνεννόησης˙ βλ. Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 1893, Λονδίνο, 22 Ιουλίου 1932.
[32]Βλ. συνδυαστικά Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Γονατά, αρ. 1928/Στ/32, Λονδίνο, 26 Ιουλίου 1932, και Μιχαλακόπουλος προς Πρεσβεία Άγκυρας, αρ. 10030/Α/11, [Αθήνα (;)], [Αύγουστος (;) 1932]. Από σαφή αναφορά που υπάρχει στο τελευταίο έγγραφο, προκύπτει ότι αυτό συντάχθηκε οπωσδήποτε μετά τις 24 Αυγούστου 1932.
[33]Βλ. Κοραντής, ό.π., σ. 343.
[34]Βλ. σχετικά Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Μαρκέτης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 2412, Παρίσι, 21 Ιουλίου 1932.
[35]Α.Υ.Ε., 1932, Α/3, Αγγλογαλλική Δήλωση της 13ης Ιουλίου 1932 περί μελλοντικής Ευρωπαϊκής Συνεργασίας. Προσχώρηση Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, Κακλαμάνος προς Γονατά, αρ. 1928/Στ/32, Λονδίνο, 26 Ιουλίου 1932.

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2007

Η απομάκρυνση των «ανεπιθύμητων» αντικεμαλικών
της Δυτικής Θράκης
Μία άλλη όψη της ελληνοτουρκικής προσέγγισης του 1930
Αντώνης Κλάψης
(Διδάκτορας Διπλωματικής Ιστορίας)

Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Πρακτικά ΚΣΤ΄ Πανελλήνιου Ιστορικού Συνεδρίου,
27–29 Μαΐου 2005 (Θεσσαλονίκη: Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, 2006), σσ. 359–373


Στις 30 Ιανουαρίου 1923 υπογράφηκε στη Λωζάννη η περιβόητη «Σύμβαση περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών»[1], βάσει της οποίας επιβαλλόταν «από της 1ης Μαΐου 1923 […] η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθοδόξου θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών»[2]. Από το γενικό κανόνα της υποχρεωτικής ανταλλαγής, η Σύμβαση καθιέρωνε δύο σημαντικές εξαιρέσεις. Έτσι, βάσει του άρθρου 2, στην προβλεπόμενη ανταλλαγή δεν συμπεριλαμβάνονταν αφενός οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης και αφετέρου οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Σύμφωνα πάντα με το ίδιο άρθρο, διευκρινιζόταν ότι ως Έλληνες της Κωνσταντινούπολης θεωρούνταν όλοι οι Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918 στην περιφέρεια της νομαρχίας Κωνσταντινούπολης, όπως αυτή καθοριζόταν διά σχετικού νόμου του 1912, ενώ στην κατηγορία των μη ανταλλαξίμων Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης συμπεριλαμβάνονταν όλοι οι Μουσουλμάνοι οι εγκατεστημένοι στην περιοχή που βρισκόταν ανατολικά της μεθοριακής γραμμής που είχε καθορισθεί από τη Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913)[3].
Σε αντίθεση, ωστόσο, με την ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, η αντί-στοιχη μουσουλμανική της Δυτικής Θράκης ήταν εξαιρετικά ανομοιογενής, τόσο από γλωσ-σική όσο και από εθνολογική άποψη, αφού αποτελούνταν από τουρκόφωνους Μουσουλμά-νους, Πομάκους και Αθίγγανους, οι οποίοι διατηρούσαν ως μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Αυτός ήταν, άλλώστε, και ο λόγος για τον οποίο οι συντάκτες της Σύμβασης της Ανταλλαγής προτίμησαν να χαρακτηρίσουν τη μουσουλμα-νική μειονότητα ως θρησκευτική και όχι ως εθνική[4]. Από κοινωνική άποψη, τα περισσότερα μέλη της μειονότητας της Δυτικής Θράκης ήταν αγρότες στενά συνδεδεμένοι με τη γη τους, βαθιά θρησκευόμενοι και αφοσιωμένοι στον Ιερό Νόμο του Κορανίου (Şeriat), με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τις μεταρρυθμίσεις που εισηγούνταν στην Τουρκία το κεμαλικό καθεστώς (εισαγωγή του λατινικού αλφαβήτου, λειτουργία αστικών δικαστηρίων, κατάργηση του παραδοσιακού φεσιού, νομική εξίσωση των δύο φύλων κλπ.)[5].
Το συντηρητισμό της μειονότητας ενίσχυε η εκεί παρουσία μιας ομάδας αντικεμαλι-κών (μεταξύ αυτών και ο τελευταίος Σεϊχουλισλάμ[6], Μουσταφά Σαμπρή), οι οποίοι είχαν καταφύγει στη Δυτική Θράκη μετά το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας[7]. Αντίθετα, η ομάδα των ολιγάριθμων κεμαλικών της Δυτικής Θράκης είχε συσπειρωθεί στην Ξάνθη γύρω από το δάσκαλο και εκδότη της εφημερίδας Γενί Αντίμ (Νέο Βήμα), Μεχμέτ Χιλμί[8]. Από την πλευρά της, η Άγκυρα κατηγορούσε την Αθήνα ότι ευνοούσε τους συντηρητικούς σε βάρος των νεωτεριστών, διατυπώνοντας συγκεκριμένα παράπονα προς την ελληνική κυβέρνηση, τα οποία εντοπίζονταν κυρίως στην αντικεμαλική προπαγάνδα που ασκούσαν συγκεκριμένα πρόσωπα[9], συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων πρώην Οθωμανών υπηκόων που κατόπιν ρητής απαίτησης της τουρκικής κυβέρνησης είχαν εξαιρεθεί από τη γενική αμνηστία που είχε χορηγήσει η τελευταία κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης[10].
Πράγματι, σε απάντηση των επανειλημμένων τουρκικών διαβημάτων, οι ελληνικές Αρχές διεξήγαγαν έρευνες για την αποκάλυψη τυχόν αντικεμαλικών συνομωσιών στη Δυτι-κή Θράκη. Παρά το γεγονός, εξάλλου, ότι σύμφωνα με τα πορίσματα αυτών των ερευνών οι τουρκικές αιτιάσεις αποδείχθηκαν αβάσιμες, οι αρμόδιες ελληνικές υπηρεσίες εξέδωσαν αυστηρές διαταγές «επιτηρήσεως παντός αντικεμαλικού καθ’ άπαν το κράτος». Η Άγκυρα, ωστόσο, επέμεινε στην τακτική των διαβημάτων. Ο Τούρκος πρεσβευτής στην Αθήνα, μάλιστα, εξέφρασε ευθέως την επιθυμία ομαδικής απομάκρυνσης από τη Δυτική Θράκη των κατά τη γνώμη της τουρκικής κυβέρνησης επικίνδυνων αντικεμαλικών, ενώ αργότερα, προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, ζήτησε την απέλασή τους από την ελληνική επικράτεια. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ελληνική κυβέρνηση δεσμεύθηκε να απομακρύνει 10 από τα άτομα που η Τουρκία θεωρούσε επικίνδυνα, ζητώντας από τον Τούρκο πρεσβευτή να της επιδώσει σχετικό ονομαστικό κατάλογο. Όταν, ωστόσο, ο τελευταίος επέδωσε αυτόν τον κατάλογο, διαπιστώθηκε ότι δεν περιελάμβανε μόνο πρόσωπα που σύμφωνα με τους Τούρκους φέρονταν ως εμπλεκόμενα σε συνωμοσίες, αλλά και άτομα που η Άγκυρα θεωρούσε ότι λόγω του κύρους και της επιρροής τους μπορούσαν να επηρεάσουν τη μουσουλμανική κοινή γνώμη της Δυτικής Θράκης, όπως ο πρώην Σεϊχουλισλάμ Μουσταφά Σαμπρή και ο ιδιοκτήτης και οι συντάκτες της μουσουλμανικής εφημερίδας της Ξάνθης Ιτιλά (Πρόοδος)[11].
Κατά την άποψη του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, η απομάκρυνση αυτών των προσώπων από τη Δυτική Θράκη ήταν ασύμφορη για την Ελλάδα, καθώς έτσι θα αφηνόταν ελεύθερο το πεδίο στους φιλοκεμαλικούς, οι οποίοι επιδίωκαν τον εκτουρκισμό της μειονότητας. Παρ’ όλα αυτά, σε μια κίνηση καλής θέλησης, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε στα τέλη Νοεμβρίου 1927 να προβεί στην απομάκρυνση των συμπεριλαμβανόμενων στον κατάλογο του Τούρκου πρεσβευτή, οι οποίοι θα εκτοπίζονταν στη Λαμία, πλην του Μουσταφά Σαμπρή, ο οποίος θα απομακρυνόταν μεν από τη Δυτική Θράκη, αλλά θα μπορούσε να επιλέξει ο ίδιος το νέο τόπο διαμονής του. Ούτε αυτή η λύση, πάντως, ικανοποίησε τον Τούρκο πρεσβευτή, ο οποίος επέμεινε υπέρ της ανάγκης απέλασής τους από τη χώρα, με αποτέλεσμα, κατόπιν και της έντασης των διμερών σχέσεων με αφορμή το συνοριακό επεισόδιο του Πυθίου, η Αθήνα να αναστείλει στις 16 Δεκεμβρίου 1927 τη διαδικασία των εκτοπισμών[12].
Το όλο θέμα θα ανακινηθεί εκ νέου τρία χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης των Ελευθέριου Βενιζέλου και Ανδρέα Μιχαλακόπουλου (πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας, αντίστοιχα) στην Άγκυρα τον Οκτώβριο του 1930, οπότε και υπογράφηκε το περίφημο ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας, επισφραγίζοντας έτσι την ελληνοτουρκική προσέγγιση[13]. Στις συζητήσεις που διεξήχθησαν στην τουρκική πρωτεύουσα ανάμεσα στις πολιτικές ηγεσίες των δύο κρατών, ο Τούρκος πρωθυπουργός, Ισμέτ πασάς, απαντώντας σε ερώτηση του Έλληνα ομολόγου του για τις συνθήκες διαβίωσης της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης, επισήμανε ότι το μοναδικό ζήτημα που τον ανησυχούσε ήταν αυτό της εκεί παρουσίας ορισμένων εκ των συνολικά 150 προσώπων, τα οποία είχαν εξαιρεθεί από την αμνηστία που είχε χορηγηθεί στη Λωζάννη. Από την πλευρά του, ο Βενιζέλος, ο οποίος σταθερά επιδίωκε την υποβάθμιση των μειονοτικών ζητημάτων, θεωρώντας ότι αυτά θα μπορούσαν ενδεχομένως να εκτροχιάσουν την πορεία προς την ελληνοτουρκική προσέγγιση, υποσχέθηκε να απομακρύνει αυτά τα πρόσωπα, υπό τον όρο ότι το μέτρο αυτό θα περιοριζόταν μόνο σε αλλοδαπούς και δεν θα εφαρμοζόταν σε Έλληνες υπηκόους[14]. Ο Μιχαλακόπουλος, εξάλλου, εκτιμούσε ότι «η απέλασις των κυριωτέρων ανεπιθυμήτων θα χρησιμεύση και ως εκφόβισις και προειδοποίησις προς άλλα κατωτέρας σημασίας πρόσωπα, άτινα τοιουτοτρόπως θέλουν συμορφωθή προς την νέαν πολιτικήν της φιλίας των δύο λαών»[15].
Εκμεταλλευόμενη την ευνοϊκή για αυτήν συγκυρία που προέκυπτε από τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η Άγκυρα θα επιχειρήσει άμεσα να αξιοποιήσει στην πράξη τις υποσχέσεις του Βενιζέλου. Έτσι, στα τέλη Νοεμβρίου 1930 ο Τούρκος πρόξενος στην Κομοτηνή θα θέσει ευθέως το ζήτημα ενώπιον του Γενικού Διοικητή Θράκης, Γεώργιου Κακουλίδη, δίνοντας μάλιστα στο αίτημά του χαρακτήρα πολύ ευρύτερο από αυτόν που είχε συμφωνηθεί μεταξύ Βενιζέλου και Ισμέτ ένα μήνα νωρίτερα. «Εκ των προκαταρκτικών καταλόγων, ους κατέθεσεν ο κ. Πρόξενος», επισήμαινε ο Κακουλίδης, «και εν τοις οποίοις αναγράφονται περί τα 450 άτομα, ως και εκ της μετ’ εμού συνομιλίας του, κατεδείχθη, ότι ο κ. Πρόξενος εις την απέλασιν επιθυμεί να δώση ευρείαν έννοιαν, συμπεριλαμβάνων εις αυτήν όχι μόνον τους σημαίνοντας Tούρκους φυγάδας, αλλά και αυτούς ακόμη τους ασήμους και Έλληνας ακόμη πολίτας, οίτινες κατά τον ένα ή άλλον τρόπον είναι ανεπιθύμητοι εις αυτόν. Ως δικαιολογίαν δε προβάλλει το επιχείρημα ότι μόνον όταν απελαθούν πάντες οι εκ Τουρκίας φυγάδες, θα είναι δυνατόν να ειρηνεύση η ενταύθα Τουρκική μειονότης. Και το επιχείρημα τούτο της ειρηνεύσεως θεωρώ βάσιμον»[16].
Ο Κακουλίδης, πάντως, διευκρίνισε στο συνομιλητή του ότι ενώ σε ότι αφορούσε τους Τούρκους φυγάδες που δεν είχαν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, η Ελλάδα μπορούσε δυνάμει του νόμου «περί κινήσεως αλλοδαπών» να διατάξει την απέλασή τους, δεν ήταν δυνατόν να κάνει το ίδιο για όσους είχαν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, πολύ δε περισσότερο για τους γηγενείς Μουσουλμάνους. Παράλληλα, ο Κακουλίδης ζήτησε πρόσθετες εγγυήσεις για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των ατόμων εκείνων που επρόκειτο να απελαθούν στην ίδια την Τουρκία. Πράγματι, ο Τούρκος πρόξενος θα παράσχει τις σχετικές διαβεβαιώσεις, υποσχόμενος μάλιστα ότι η απομάκρυνση αυτών των προσώπων θα συνεπαγόταν μεταβολή στην πολεμική τακτική που είχε υιοθετήσει η μουσουλμανική εφημερίδα της Δυτικής Θράκης Γενί Αντίμ εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης[17], δήλωση που αποτελεί ασφαλή ένδειξη για τη χειραγώγηση σημαντικής μερίδας του μουσουλμανικού Τύπου της περιοχής από το τουρκικό Προξενείο της Κομοτηνής[18].
Ανεξάρτητα από τις υποσχέσεις του Τούρκου προξένου, ο ίδιος ο Κακουλίδης αντιμετώπιζε θετικά το ενδεχόμενο της απέλασης των ανεπιθύμητων, αφού θεωρούσε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα εξυπηρετούσε πολλαπλά τα ελληνικά συμφέροντα, αφενός μέσω της εξοικονόμησης γεωργικού κλήρου, και αφετέρου μέσω της επικράτησης της ηρεμίας μεταξύ των μελών της μειονότητας «[…] διότι θ’ απαλλαγή ο τόπος στοιχείων, άτινα η δυστυχία πολλάς φοράς εξαναγκάζει να γίνωνται αιτία ταραχών και διχονοιών εις την τουρκικήν μειονότηταν». Ο Κακουλίδης, άλλωστε, εκτιμούσε ότι τυχόν μετακίνηση των εν λόγω προσώπων στην Τουρκία θα ικανοποιούσε και τα ίδια, αφού θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί με ευνοϊκότερους όρους απ’ ότι στη Δυτική Θράκη[19].
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η ενεργή ανάμιξη του Τούρκου προξένου προκάλεσε τη δυσφορία της ελληνικής κοινής γνώμης[20]. Το όλο θέμα της απέλασης, εξάλλου, θα λάβει σημαντική διάσταση, φθάνοντας να συζητηθεί ακόμα και μέσα στην ελληνική Βουλή κατά τη διάρκεια της εκεί συζήτησης του Συμφώνου Φιλίας και των υπολοίπων Συμφωνιών που είχαν υπογραφεί στην Άγκυρα τον Οκτώβριο του 1930. Την πρωτοβουλία ανακίνησης του ζητήματος ενώπιον του Κοινοβουλίου είχε ο βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος, Ιωάννης Ράλλης, ο οποίος στην αγόρευση του συνδύασε το περιεχόμενο του άρθρου 2 της ελληνο-τουρκικής Σύμβασης Εγκατάστασης[21] με πληροφορίες ότι «σωρεία υπηκόων Οθωμανών ευρισκομένων εν Θράκη απελαύνεται και ίσως επί σκοπώ παραδόσεως»[22]. Κινούμενος στο ίδιο μήκος κύματος, ο αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος, Παναγής Τσαλδάρης, υπογράμμιζε ότι «είναι υποχρέωσις της Ελλάδος να μη ενεργήση πράξεις αι οποίαι είναι ενδεχόμενον να εκθέσουν την ζωήν ανθρώπων οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι από ικανών ετών εις το έδαφός της και οι οποίοι καταδιώκονται λόγω πολιτικών αδικημάτων»[23].
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση διά στόματος του υπουργού Εξωτερικών, Ανδρέα Μιχαλακόπουλου, διέψευδε τα περί παραδόσεως αυτών των ατόμων στην Τουρκία[24]. Ο ίδιος ο Βενιζέλος, εξάλλου, επιχείρησε από του βήματος της εθνικής αντιπροσωπείας να διευκρινίσει όλες τις πτυχές του προβλήματος: «Πρέπει να βεβαιώσω την Βουλήν ότι δεν εζητήθη από την Τουρκικήν Κυβέρνησιν η απέλασις αυτών των ανθρώπων. Όταν με τον Ισμέτ πασάν επί δύο συνεχείς συνεδριάσεις εθίξαμεν όλα τα ζητήματα, τα οποία ημπορού-σαν να ενδιαφέρουν τα συμφέροντα των δύο κρατών και διά να διαπιστώσωμεν την πλήρη σχεδόν σύμπτωσιν των αντιλήψεων ανέφερον λέγω μερικά παράπονα των εν Κωνσταντι-νουπόλει ευρισκομένων ομογενών χωρίς να ζητήσω καν καμμίαν υπόσχεσιν. Σας παρακαλώ να εξετάσητε. Είπα δε ότι θα είμαι ευτυχής αν υπάρχουν παράπονα εκ μέρους σας, διά τους Μουσουλμάνους της Θράκης να μου το είπητε και τότε μοι είπαν ότι εκεί εις την Δυτικήν Θράκην είναι μερικοί από εκείνους τους οποίους διά της συνθήκης της Λωζάννης ωρίσαμεν ρητώς ότι δεν ημπορούν να έλθουν εις την Τουρκίαν, και κάμνουν μίαν πολιτικήν εναντίον του Κεμαλικού Κράτους και προξενούν προστριβάς. Του είπον λοιπόν αμέσως[,] χωρίς να μου είπουν βγάλτε τους[,] τους είπον αμέσως αφού μου λέγετε αυτό, σας δηλώ ότι είμαι έτοιμος να τους απομακρύνω υπό έναν όρον ότι πρόκειται περί υπηκόων σας και όχι περί υπηκόων ιδικών μας, διότι αν πρόκηται περί υπηκόων ιδικών μας δεν ημπορούμεν να τους διώξωμεν διότι δεσμευόμεθα από το Σύνταγμα. Νομίζω ότι μοι είπαν ότι είναι Τούρκοι υπήκοοι. Εν πάση περιπτώσει εμείναμεν σύμφωνοι, ότι δεν πρόκειται να θίξωμεν Έλληνας. Συνεπεία αυτών, όταν επέστρεψα από την Άγκυραν, ήτο εδώ ο γενικός διοικητής της Θράκης, και του είπα κύτταξε να εξετάσης το ζήτημα […] και να πης εις αυτούς ειλικρινώς ότι: ακούστε εδώ, εμείνατε τόσο καιρό μαζί μας αλλά οι σχέσεις μας με την Τουρκίαν είναι τοιαύται ώστε δεν μας ενοχλούσεν η παρουσία σας. Αλλά εμείς τα φκιάξαμε με την Τουρκίαν, και η παρουσία σας δεν μας είναι ευχάριστος». Ο Έλληνας πρωθυπουργός, εξάλλου, επισήμανε ότι η κυβέρνησή του θα μπορούσε να εξετάσει αντί της απέλασής τους, τη μετακίνησή τους σε κάποια άλλη περιοχή της Ελλάδας, όπως για παράδειγμα η Κρήτη ή Πελοπόννησος, «όπου δεν υπάρχει φόβος τοιούτων προστριβών με τους Τούρκους»[25].
Από τις δηλώσεις του Βενιζέλου γινόταν σαφές ότι ο Κρητικός πολιτικός έβλεπε αυτήν την παραχώρηση προς την Άγκυρα ως μια απτή απόδειξη της συμφιλιωτικής του διάθεσης. Όπως, άλλωστε, σημειωνόταν σε σχετικό Σημείωμα του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, η ελληνική κυβέρνηση είχε αποδεχθεί την απομάκρυνση των ανεπιθύμητων από τη Δυτική Θράκη «εν τη επιθυμία της να δώση εν επί πλέον δείγμα των ειλικρινώς φιλικών αισθημάτων της απέναντι της Τουρκίας […]»[26]. Η Αθήνα προσανατολιζόταν προς την κατεύθυνση της απέλασης ή έστω της απομάκρυνσης από τη Δυτική Θράκη συνολικά 13 ατόμων, οι οποίοι περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των 150[27]. Έτσι, στις 10 Δεκεμβρίου 1930 η Γενική Διοίκηση Θράκης είχε ήδη λάβει την Απόφαση αναστολής της άδειας παραμονής 11 εξ αυτών «από της πρωΐας της 16ης Ιανουαρίου 1931»[28], δεδομένου ότι οι υπόλοιποι δύο είχαν οικειοθελώς αναχωρήσει για το εξωτερικό πριν την έκδοση της σχετικής Απόφασης[29]. Παράλληλα, ο Γενικός Διοικητής, Γεώργιος Κακουλίδης, ζητούσε από τους Επάρχους Ξάν-θης και Κομοτηνής να ανακοινώσουν την Απόφαση στους ενδιαφερόμενους, οι οποίοι όφειλαν 8 ημέρες πριν από την αναχώρησή τους να δηλώσουν στις αρμόδιες ελληνικές Αρχές τον ακραίο συνοριακό σταθμό (χερσαίο ή θαλάσσιο) από όπου θα πραγματοποιούσαν την έξοδό τους από την Ελλάδα[30]. Στην περίπτωση, εξάλλου, που οι 11 δεν συμμορφώνονταν προς τις υποδείξεις, προβλεπόταν η βίαιη απέλασή τους από τις κατά τόπους αστυνομικές Αρχές[31].
Σταδιακά, έστω κι αν δεν τηρήθηκε επακριβώς η καταληκτική ημερομηνία που έθετε η Απόφαση της Γενικής Διοίκησης Θράκης, όλοι οι ανεπιθύμητοι θα απομακρυνθούν από την περιοχή[32], με τελευταίο τον πρώην Σεϊχουλισλάμ, Μουσταφά Σαμπρή, ο οποίος τον Απρίλιο του 1931 εγκατέλειψε την Ελλάδα με προορισμό την Αλεξάνδρεια[33]. Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα εκπλήρωσε την υπόσχεση που είχε δώσει ο Βενιζέλος προς τον Ισμέτ κατά τη διάρκεια των συζητήσεων που είχαν στην Άγκυρα τον Οκτώβριο του 1930. Είναι, πάντως, αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός, μολονότι δεχόταν ανάλογες εισηγήσεις από αρμόδιους υπηρεσιακούς παράγοντες του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών πριν ακόμα το ταξίδι του στην τουρκική πρωτεύουσα, δεν φρόντισε να λάβει κάποιο αντάλλαγμα για αυτήν του την κίνηση, δίνοντάς της έτσι χαρακτήρα μονομερούς παραχώρησης. Το προφανές αντίδωρο που θα μπορούσε να προσδοκά η Αθήνα από την πλευρά της Τουρκίας ήταν η απομάκρυνση από την Κωνσταντινούπολη του διαβόητου ιδρυτή της αυτοαποκαλούμενης «Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας» Παπά–Ευθύμ (Καραχισαρί-δη), ο οποίος –ενεργώντας υπό την ανοχή ή ακόμα και με τις ευλογίες της τουρκικής κυβέρνησης– είχε επανειλημμένα δημιουργήσει προβλήματα τόσο στο Πατριαρχείο όσο και γενικότερα στην ελληνική μειονότητα της πρώην οθωμανικής πρωτεύουσας[34]. «Απομακρύνουσα εκ Θράκης τους μάλλον σημαίνοντας αντικεμαλικούς», υπογραμμιζόταν σε Σημείωμα του Υπουργείου Εξωτερικών που συντάχθηκε μετά τη λήψη της απόφασης για τον εκτοπισμό των ανεπιθύμητων, «-και δη πρόσωπα τα οποία λίαν σημαντικές υπηρεσίες προσέφεραν εις αυτήν υπηρεσίας, ταυτίσαντα την τύχην των με την Ελληνικήν υπόθεσιν[35]– η Ελληνική Κυβέρνησις, η οποία ίνα φανή ευχάριστος εις την Τουρκίαν ήθελεν αντιμετωπίση την απροκάλυπτον εν τω ζητήματι τούτω δυσμένειαν της κοινής γνώμης, θα εδικαιούτο ν’ αναμείνη όπως και η Τουρκία παράσχη εις αυτήν ανάλογον ικανοποίησιν διά της εκ Κων/πόλεως απομακρύνσεως του Παπά–Ευθύμη και 1–2 εκ των επιτελών του, συντελούσα ούτω εις το να επανέλθει η γαλήνη εις την τόσον δοκιμασθείσαν ελληνικήν μειονότητα της Κων/πόλεως. Εν ανάγκη και μόνος ο εξαναγκασμός του Παπά–Ευθύμη όπως αποδώση τας παρανόμως και σκανδαλωδώς κατεχομένας υπ’ αυτού από τόσων ετών εκκλησίας θα ηδύνατο να θεωρηθή επαρκές αντάλλαγμα το οποίον και την Ελλην. κοινήν γνώμην ήθελε πείση περί της σκοπιμότητος του υπό της Κυβερνήσεως ληφθέντος σκληρού μέτρου. Εννοείται ότι εάν τοιαύτη ετηρείτο στάσις εκ μέρους της Τουρκικής Κυβερνήσεως, θα ηδύνατο να εξετασθή βραδύτερον το ενδεχόμενον απομακρύνσεως και άλλων τινων μουσουλμάνων εκ της κατηγορίας των 150, εφ’ όσον θα ήτο δυνατόν να δικαιολογηθή αύτη επαρκώς»[36]. Η Άγκυρα έδωσε μεν κάποιες υποσχέσεις για την εκδίωξη του Παπά–Ευθύμ, αναγγέλλοντας μάλιστα και μέσω των εφημερίδων ότι ο ίδιος και 27 οπαδοί του θα μετακινούνταν στη Ρουμανία[37], τελικά όμως όχι μόνο επέτρεψε στον Παπά–Ευθύμ να παραμείνει, αλλά και συνέχισε να ενισχύει την ταραχοποιό του δράση[38].
Ανεξάρτητα, πάντως, από την απροθυμία της κυβέρνησης Βενιζέλου να χρησιμο-ποιήσει το ζήτημα της απομάκρυνσης των ανεπιθύμητων από τη Δυτική Θράκη ως διαπραγ-ματευτικό χαρτί προς όφελος της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης, η ενέρ-γεια της απέλασης είχε ως άμεσο αποτέλεσμα τον ολοένα και σαφέστερο προσανατολισμό των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης προς την κεμαλική Τουρκία. Αποκαλυπτικές ως προς αυτό το ζήτημα είναι οι πληροφορίες που ήδη από το Φεβρουάριο του 1931 συγκέντρωνε το Δ΄ Σώμα Στρατού που έδρευε στην περιοχή: «Γενικώς παρατηρείται, υπό πάντων, των διανοουμένων κοινή προσπάθεια διά την εισαγωγήν των κεμαλικών μεταρρυθ-μίσεων εν Δυτική Θράκη και η εξύψωσις του εθνικού φρονήματος των τούρκων, ίνα ώσιν έτοιμοι εις δοθησομένην εν τω μέλλοντι ευκαιρίαν και ανακτήσωσι την ελευθερίαν των ενουμένοι και πάλιν μετά του ελευθέρου τουρκικού Κράτους»[39].
Η ουσιαστική μεταβολή που επέφερε στη μειονότητα της Δυτικής Θράκης η απομά-κρυνση των κυριότερων στυλοβατών του κυριάρχου έως τότε παλαιουμουσουλμανικού στοιχείου της περιοχής, επιβεβαιώθηκε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης των Ισμέτ πασά και Τεβφήκ Ρουσδή βέη (πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, αντίστοιχα) στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1931 με αφορμή την ανταλλαγή των οργάνων επικύρωσης του Συμφώνου Φιλίας και των υπολοίπων Συμφωνιών που είχαν υπογραφεί στην Άγκυρα ένα χρόνο νωρίτερα. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων της Αθήνας, ο Βενιζέλος δεν παρέλειψε να αναφερθεί στο ζήτημα της απομάκρυνσης των ανεπιθύμητων από τη Δυτική Θράκη, εξέλιξη που όπως παρατήρησε ο Τεβφήκ Ρουσδή είχε οδηγήσει το 50% των Μουσουλμάνων να αποδεχθούν τους λατινικούς χαρακτήρες, εγκαταλείποντας τον παραδοσιακό αραβικό τρόπο γραφής. Σε αυτό το πλαίσιο, εξάλλου, οι δύο Τούρκοι επίσημοι δεν δίστασαν να θέσουν και το θέμα της κατάργησης των θρησκευτικών δικαστηρίων και της εισαγωγής του αστικού δικαίου[40], επιδιώκοντας προφανώς την περαιτέρω εκκοσμίκευση της συντηρητικής και σε μεγάλο βαθμό προσκολλημένης στις ισλαμικές παραδόσεις μειονότητας της ελληνικής Θράκης.
Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, η απομάκρυνση των ανεπιθύμητων από τη Δυτική Θράκη, την οποία κατ’ επανάληψη είχε αξιώσει η Άγκυρα, συνετέλεσε αποφασιστικά στον εκτουρκισμό σημαντικότατου μέρους της μουσουλμανικής μειονότητας. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα αποδείχθηκε ότι η κίνηση αυτή δεν είχε ως συνέπεια αλλαγές μόνο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά των μειονοτικών Μουσουλμάνων, στο αν δηλαδή θα φορούν ή όχι φέσι, όπως –μάλλον αφελώς– υποστήριζε στη Βουλή ο Βενιζέλος[41]. Με ορμητήριο το τουρκικό Προξενείο της Κομοτηνής, οι οπαδοί του «τουρκισμού» θα διευρύνουν σημαντικά τα ερείσματά τους στην περιοχή, επεκτείνοντας το πεδίο δράσης τους και στους Πομάκους και εργαζόμενοι συστηματικά για τη δημιουργία τουρκικής εθνικής συνείδησης σε όσο το δυνατόν περισσότερα μέλη της μειονότητας, με απώτερο σκοπό τη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για την αμφισβήτηση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας στη Δυτική Θράκη. Μόνον έτσι θα ήταν δυνατόν να υλοποιηθεί η διακήρυξη του Κεμάλ Ατατούρκ για τη Δυτική Θράκη, η οποία είχε περιληφθεί στον περίφημο «Εθνικό Όρκο» του 1920: «Στις διαπραγματεύσεις που θα γίνουν με τους ξένους για το πολιτικό μέλλον της Δυτικής Θράκης πρέπει να δραστηριοποιηθούμε με σύνεση. Σκοπός μας είναι η Δυτική Θράκη να παραμείνει στα τουρκικά χέρια, σαν ενιαίο σύνολο, και σε κατάλληλο χρόνο και ευκαιρία να ενωθεί με τη Μητέρα Πατρίδα […]. Εμείς δεν μπορούμε να δεχτούμε την απαλλοτρίωση του τουρκικού αυτού τμήματος. Οι αδελφοί μας της Δυτικής Θράκης, σε πρώτο βήμα, πρέπει να αγωνιστούν για να κερδίσουν την ανεξαρτησία και αυτονομία της Δυτικής Θράκης»[42].

[1]Βλ. «Σύμβασις περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών και Πρωτόκολλον, υπογραφέντα τη 30ή Ιανουαρίου 1923», Υπουργείον επί των Εξωτερικών, Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάννη τη 30 Ιανουαρίου και τη 24 Ιουλίου 1923 (Αθήναι: Εθνικόν Τυπογραφείον, 1923), σσ. 65–69. Γενικότερα για την ανταλλαγή των πληθυσμών βλ. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Ελευθέριος Βενιζέλος: 12 μελετήματα (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1999), σσ. 93–120. Βλ. επίσης Τh. P. Kiosseoglou, L’ Échange forcé des Minorités d’ après le Traité de Lausanne (Nancy: Imprimmerie Nancéienne, 1926)˙ Kalliopi K. Koufa – Constantinos Svolopoulos, «The Compulsory Exchange of Populations between Greece and Turkey: the Settlement of Minority Questions at the Conference of Lausanne, 1923, and its Impact on Greek–Turkish Relations», P. Smith – K. Koufa – A. Seppan (eds), Ethnic Groups in International Relations (European Science Foundation – New York University Press, 1991), σσ. 275–308. Για μια διαφορετική οπτική βλ. J. A. Petropoulos, «The Compulsory Exchange of Populations: Greek–Turkish Peacemaking (1922–1930)», Byzantine and Modern Greek Studies, 2 (1976), σσ. 135–160. Για μια νομική θεώρηση της διαδικασίας ανταλλαγής βλ. Stélio Séfériades, «L’ échange des populations», Académie de Droit International, Recueil des Cours, iv (1928), σσ. 311–437.
[2]Δεδομένου, πάντως, ότι η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης δεν υπογράφηκε παρά μόνο στις 24 Ιουλίου 1923, Ελλάδα και Τουρκία συμφώνησαν ότι η διαδικασία της ανταλλαγής που προβλεπόταν από το άρθρο 1 της σχετικής Σύμβασης της Λωζάννης, θα ξεκινούσε την 1η Μαΐου του 1924, αν και –για διάφορους λόγους– υπήρξαν περιπτώσεις ατόμων και από τις δύο πλευρές που αντηλλάγησαν πριν από αυτήν την ημερομηνία (εννοείται ότι στην κατηγορία αυτή δεν συμπεριλαμβάνονται όσοι Έλληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης είχαν ήδη –υπό ανώμαλες συνθήκες– καταστεί πρόσφυγες)˙ βλ. Stephen P. Ladas, The Exchange of Minorities. Bulgaria, Greece and Turkey (New York: Macmillan, 1932), σσ. 420, 424–428.
[3]Από την ανταλλαγή εξαιρέθηκαν με βάση το άρθρο 14 της μεταγενέστερης Συνθήκης Ειρήνης και οι Έλληνες της Ίμβρου και της Τενέδου, στους οποίους, μάλιστα, παραχωρήθηκε ειδικό καθεστώς ευρείας τοπικής αυτονομίας, το οποίο, ωστόσο, ουδέποτε εφαρμόσθηκε στην πράξη από τουρκικής πλευράς. Για το ιστορικό των κατοπινών εξελίξεων στα δύο νησιά βλ. Alexis Alexandris, «Imbros and Tenedos: A study of Turkish attitudes toward two ethnic Greek island communities since 1923», Journal of the Hellenic Diaspora, 7 (1980), σσ. 5–21.
[4]Βλ. Αλέξης Αλεξανδρής, «Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων (1923–1955)», στο συλλογικό τόμο Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις 1923–1987 (Αθήνα: Εκδόσεις Γνώση / ΕΛΙΑΜΕΠ, 1988), σσ. 63–64.
[5]Αναλυτικά για τη μουσουλμανική μειονότητα βλ. Κ. Γ. Ανδρεάδης, Η Μουσουλμανική μειονότης της Δυτικής Θράκης (Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – Ίδρυμα Μελετών Χερσονή-σου του Αίμου, 1956).
[6]Σεϊχουλισλάμ (Seyhulislam) = ο γέρων του Ισλάμ. Ο ανώτατος αρχηγός των ιεροδικαστών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας˙ βλ. Γιάννης Ν. Γιανουλόπουλος, ‘‘ Η ευγενής μας τύφλωσις…’’ Εξωτερική πολιτική και «εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2001, Γ΄ Έκδοση), σ. 376. Στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Σεϊχουλισλάμ βρισκόταν στην κορυφή του θρησκευτικού ιερατείου των μουσουλμάνων, διατηρώντας σημαντικές αρμοδιότητες, όπως το διορισμό των μουφτήδων, των επάρχων και των δικαστικών λειτουργών, και τη δυνατότητα να προτείνει υποψηφίους για το αξίωμα του βεζίρη. Είχε επίσης το δικαίωμα να εισηγείται την κήρυξη πολέμου και την καταδίκη ενόχων σε θάνατο, ενώ για πολύ σοβαρά ζητήματα ο σουλτάνος ζητούσε τη γνώμη του, έτσι ώστε να εξασφαλιζόταν η συμβατότητα της απόφασής του με τον Ιερό Νόμο˙ βλ. Θεοφάνης Μαλκίδης, «Η διαμάχη ‘‘παλαιομουσουλμάνων’’ - κεμαλικών στην ελλαδική Θράκη την περίοδο του Μεσοπολέμου», Νέα Κοινωνιολογία, 39 (2004), σ. 85 (σημ. 3).
[7]Alexis Alexandris, The Greek Minority of Istanbul and Greek–Turkish relations (1918–1974) (Athens: Centre for Asia Minor Studies, 1992, Second Edition), σ. 135.
[8]Αλεξανδρής, ό.π., σσ. 66 και 93˙ Μαλκίδης, ό.π., σ. 74.
[9]Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας [στο εξής Α.Υ.Ε.], 1931, Β/37, Φάκ. Ανεπιθυμήτων Τούρκων, [Ανυπόγραφο σημείωμα χωρίς ημερομηνία], [1931 (;)].
[10]Με βάση το πρώτο άρθρο της Δήλωσης της Λωζάννης περί Αμνηστίας (24 Ιουλίου 1923), γινόταν δεκτό ότι «ουδείς κατοικών ή κατοικήσας εν Τουρκία και, αντιστοίχως ουδείς κατοικών ή κατοικήσας εν Ελλάδι, θέλει ενοχληθή ή κακοποιηθή εν Τουρκία και, αντιστοίχως εν Ελλάδι, υφ’ οιανδήποτε πρόφασιν, λόγω της στρατιωτικής ή πολιτικής αυτού διαγωγής, ή λόγω οιασδήποτε βοηθείας, παρασχεθείσης τυχόν εις ξένην τινά Δύναμιν, εκ των υπογραψασών την υπό σημερινήν ημερομηνίαν [24 Ιουλίου 1923] Συνθήκην Ειρήνης, ή εις τους υπηκόους αυτής, μεταξύ της 1ης Αυγούστου 1914 και της 20ης Νοεμβρίου 1922»˙ βλ. «Δήλωσις περί Αμνηστείας και Πρωτόκολλον υπογραφέντα τη 24η Ιουλίου 1923», Υπουργείον επί των Εξωτερικών, ό.π., σσ. 72–74. Η Τουρκία, ωστόσο, είχε επιμείνει και τελικά πετύχει να εξαιρεθούν από την αμνηστία συνολικά 150 πρόσωπα, τα ονόματα των οποίων συμπεριλήφθηκαν σε ειδικό κατάλογο˙ βλ. Α.Υ.Ε., 1931, Β/37, Φάκ. Ανεπιθυμήτων Τούρκων, «Liste des 150 personnes dont l’ entrée en Turquie est interdite». Πέραν αυτών που κατέφυγαν στην Ελλάδα και ειδικότερα στη Δυτική Θράκη, ορισμένοι από τους 150 είχαν εγκατασταθεί και στη Βουλγαρία˙ βλ. Α.Υ.Ε., 1929, A/2/ΙΙ, Αντικεμαλικοί. Ανατρεπτικόν κίνημα εν Τουρκία, Δενδραμής προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 852, Σόφια, 3 Ιουνίου 1929.
[11]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37, Φάκ. Ανεπιθυμήτων Τούρκων, [Ανυπόγραφο σημείωμα], Αθήνα, 20 Ιουλίου 1928.
[12]Στο ίδιο.
[13]Για το ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας βλ. αναλυτικότερα Ιφιγένεια Αναστασιάδου, Ο Βενιζέλος και το ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας του 1930 (Αθήνα: Φιλιππότης, 1982).
[14]Α.Υ.Ε., 1931, Β/69, Διάφορα θέματα, Μαυρουδής, «Γενική Έκθεσις. Προς Απάσας τας Πρεσβείας», αρ. 5106, 31 Ιανουαρίου 1931. Βλ. επίσης Α.Υ.Ε., 1931, Β/37, Φάκ. ανεπιθυμήτων Τούρκων, Μιχαλακόπουλος προς Γενική Διοίκηση Θράκης, αρ. 15252, [Αθήνα], 5 Δεκεμβρίου 1930. Ο Μιχαλακόπουλος, μάλιστα, σημείωνε μεταξύ άλλων: «Αποκλείεται εξ αυστηράς διατάξεως του συντάγματος επέκτασις μέτρου εις πρόσωπα άλλα πλην ανηκόντων ανωτέρω κατηγορίαν και δη εις Έλληνας υπηκόους και μάλιστα γηγενείς. […] [Τ]οιαύτη ευρύτης θα εγένα δυσφορίαν παρά τη κοινή γνώμη».
[15]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37, Φάκ. ανεπιθυμήτων Τούρκων, Μιχαλακόπουλος προς Γενική Διοίκηση Θράκης, αρ. 15252, [Αθήνα], 5 Δεκεμβρίου 1930.
[16]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37, Φάκ. ανεπιθυμήτων Τούρκων, Κακουλίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 714, Κομοτηνή, 27 Νοεμβρίου 1930.
[17]Στο ίδιο.
[18]Η δράση μερίδας του μουσουλμανικού Τύπου της Δυτικής Θράκης είχε απασχολήσει στο παρελθόν τις αρμόδιες ελληνικές υπηρεσίες˙ βλ. Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου (Μουσείο Μπενάκη) [στο εξής Α.Ε.Β.], 173/φάκ. 53, «Έκθεσις περί της Μουσουλμανικής Μειονότητος της Δυτικής Θράκης», 12 Ιουλίου 1929, σσ. 53–54, όπου σημειωνόταν ότι η Γενί Αντίμ αποτελούσε όργανο της Άγκυρας, τα δε άρθρα της, τα οποία καλλιεργούσαν το μίσος και την έχθρα κατά των Ελλήνων, γράφονταν από το τουρκικό Προξενείο της Κομοτηνής.
[19]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37, Φάκ. ανεπιθυμήτων Τούρκων, Κακουλίδης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 714, Κομοτηνή, 27 Νοεμβρίου 1930.
[20]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37, Φάκ. Ανεπιθυμήτων Τούρκων, [Ανυπόγραφο σημείωμα χωρίς ημερομηνία], [1931 (;)].
[21]Το άρθρο 2 της Σύμβασης Εγκατάστασης προέβλεπε ότι «εκάτερον των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών επιφυλάσσει εις εαυτώ το δικαίωμα όπως διά προσωπικών μέτρων […] απαγορεύει εκάστοτε εις τους υπηκόους του ετέρου Μέρους να εγκαθίστανται ή διαμένωσιν εν τω ιδίω εδάφει και να απελαύνη αυτούς διά τους ως άνω μνημονευομένους λόγους [εσωτερικής ή εξωτερικής ασφάλειας κλπ.]. Το έτερον Μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να δέχηται εκ νέου τους ούτω απελαθέντας υπηκόους αυτού και τας οικογενείας των, εάν η Ιθαγένεια αυτών έχει πιστοποιηθή υπό του αρμοδίου προξένου». Το ίδιο άρθρο, πάντως, διευκρίνιζε ότι «η διάταξις αυτή δεν εφαρμόζεται επί των ανεπιθυμήτων διά πολιτικούς λόγους προσώπων».
[22]Ι. Ράλλης, Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Συνεδρίαση 22η, 20 Δεκεμβρίου 1930, σ. 462.
[23]Π. Τσαλδάρης, Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Συνεδρίαση 22η, 20 Δεκεμβρίου 1930, σ. 463.
[24]Α. Μιχαλακόπουλος, Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Συνεδρίαση 22η, 20 Δεκεμβρίου 1930, σ. 462.
[25]Ε. Βενιζέλος, Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Συνεδρίαση 22η, 20 Δεκεμβρίου 1930, σσ. 462–463.
[26]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37, Φάκ. Ανεπιθυμήτων Τούρκων, [Ανυπόγραφο σημείωμα χωρίς ημερομηνία], [1931 (;)].
[27]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37, Φάκ. Ανεπιθυμήτων Τούρκων, [Κατάλογος των 13 υπό απέλαση ανεπιθύμητων], [1930 (;)].
[28]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37/ΙΙΙ, Φάκ. Ανεπιθυμήτων, Απόφαση Γενικής Διοίκησης Θράκης, αρ. 748, Κομοτηνή, 10 Δεκεμβρίου 1930. Οι 11 που αναφέρονταν στην εν λόγω Απόφαση ήταν οι εξής: 1) Μουσταφά Σαμπρή (πρώην Σεϊχουλισλάμ) [αρ. 9], 2) Γκιουλμουτζινάλη Ισμάηλ Χακή (πρώην διοικητής Προύσας και πρώην βουλευτής) [αρ. 25], 3) Αζίζ Νουρή (πρώην διοικητής Προύσας) [αρ. 40], 4) Εσκή Σεχιρλή Σαφέρ Χότζα [αρ. 76], 5) Ναμίκ (πρώην αστυνομικός υπάλληλος) [αρ. 90], 6) Νεδήμ (πρώην Αστυνόμος) [αρ. 91], 7) Ιβραχήμ Σαμπρή (γιος του πρώην Σεϊχουλισλάμ) [αρ. 113], 8) Σούνεκλη Τσερκέζ Δαούζ [αρ. 117], 9) Τούζακτση Γιουσούφ Αλή Ρεμζή [αρ. 122], 10) Κετσέλερλη Τοπάζ Ομέρ Ογλού [αρ. 135], και 11) Κετσέλερλη Αβδουλάχ Ογλού Δελή Καδήμ [αρ. 149]. Σε παρένθεση εμφανίζεται η ιδιότητα καθενός εκ των 11 –εφόσον αυτή αναφέρεται σε κάποιο επίσημο έγγραφο– ενώ ο αριθμός που βρίσκεται μέσα σε αγκύλη αντιστοιχεί στον αριθμό του καταλόγου των 150 που εξαιρέθηκαν της αμνηστίας της Λωζάννης.
[29]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37/ΙΙΙ, Φάκ. Ανεπιθυμήτων, Μάρκελλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 220, Κομοτηνή, 31 Μαρτίου 1931. Οι 2 που εγκατέλειψαν την Ελλάδα πριν την έκδοση της Απόφασης της Γενικής Διοίκησης Θράκης ήταν οι Φουάτ (πρώην Αστυνόμος στην Αδριανούπολη) και Μπαχριελή Αλή Σαμή (πρώην ιδιοκτήτης της εφημερίδας Ανταμλί)˙ πρβλ. Α.Υ.Ε., 1931, Β/37, Φάκ. Ανεπιθυμήτων Τούρκων, [Κατάλογος των 13 υπό απέλαση ανεπιθύμητων], [1930 (;)], και Α.Υ.Ε., 1931, Β/37/ΙΙΙ, Φάκ. Ανεπιθυμήτων, Απόφαση Γενικής Διοίκησης Θράκης, αρ. 748, Κομοτηνή, 10 Δεκεμβρίου 1930.
[30]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37/ΙΙΙ, Φάκ. Ανεπιθυμήτων, Κακουλίδης προς Επάρχους Ξάνθης και Κομοτηνής, αρ. 748, Κομοτηνή, 11 Δεκεμβρίου 1930.
[31]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37, Φάκ. Ανεπιθυμήτων Τούρκων, [Ανυπόγραφο σημείωμα χωρίς ημερομηνία], [1931 (;)].
[32]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37/ΙΙΙ, Φάκ. Ανεπιθυμήτων, Μάρκελλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 220, Κομοτηνή, 31 Μαρτίου 1931. Ο Μάρκελλος σημείωνε ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή μόνο ο Μουσταφά Σαμπρή και ο γιος του παρέμεναν στη Δυτική Θράκη.
[33]Alexandris, ό.π., σ. 187.
[34]Γενικότερα για τη δράση του Παπά–Ευθύμ τα πρώτα χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης βλ. Α.Ε.Β., 173/φάκ. 58, Σακελλαρόπουλος, «Συγκριτική εξέτασις της εφαρμογής των μειονοτικών διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάννης εν Ελλάδι και Τουρκία», 16 Οκτωβρίου 1930. Βλ. ακόμα Alexandris, ό.π., σσ. 151–159, και Αλεξανδρής, ό.π., σ. 59–60.
[35]Όπως σημείωνε σε έκθεσή που απέστειλε το Σεπτέμβριο του 1927 ο τότε Έλληνας πρεσβευτής στην Άγκυρα, Μιχαήλ Τσαμαδός, προς τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη, μεταξύ των «ανεπιθύμητων» της Δυτικής Θράκης υπήρχαν άτομα που είχαν προσφέρει υπηρεσίες στην ελληνική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της κατοχής της Μικράς Ασίας. Παρ’ όλα αυτά, ο Τσαμαδός δεν δίσταζε να εισηγηθεί την απομάκρυνσή τους˙ βλ. Α.Υ.Ε., 1928, Β/28, Φάκελος Επεισοδίου εις Πύθιον, Τσαμαδός προς Ζαΐμη (έκθεση), αρ. 1570, Κωνσταντινούπολη, 26 Σεπτεμβρίου 1927.
[36]Α.Υ.Ε., 1931, Β/37, Φάκ. Ανεπιθυμήτων Τούρκων, [Ανυπόγραφο σημείωμα χωρίς ημερομηνία], [1931 (;)].
[37]Ανδρεάδης, ό.π., σ. 48.
[38]Αλεξανδρής, ό.π., σ. 95.
[39]Α.Υ.Ε, 1931, Β/37, Μειονότητες (γενικά), Δελτίο πληροφοριών Δ΄ Σώματος Στρατού, Φεβρουάριος 1931.
[40]Α.Ε.Β., 173/φάκ. 61, «Συνομιλίαι των πρωθυπουργών και των υπουργών των Εξωτερικών της Ελλάδος και της Τουρκίας κατά τις συσκέψεις της 5ης και 6ης Οκτωβρίου 1931».
[41]Ε. Βενιζέλος, Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Συνεδρίαση 22η, 20 Δεκεμβρίου 1930, σ. 463.
[42]Αλεξανδρής, ό.π., σσ. 93–94.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2007

ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (1878) ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ [2004]

(Εξωτερικά Θέματα, τεύχος 13, Απρίλιος 2004, σσ. 84 – 94)

Αντώνης Κλάψης
(Διδάκτορας Διπλωματικής Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο)




Οι απαρχές της ανάδειξης του Κυπριακού ως διεθνούς ζητήματος εντοπίζονται στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Αποτελώντας ήδη από το 1570 οθωμανική επαρχία, η Κύπρος συνέδεσε αναπόφευκτα την τύχη της με αυτήν της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κατ’ επέκταση με την εξέλιξη του περιβόητου όσο και δαιδαλώδους Ανατολικού Ζητήματος. Σε μια από τις πολλές κρίσεις του τελευταίου, αυτήν του 1875– 1878, η Αυτοκρατορία του Σουλτάνου θα βρεθεί αντιμέτωπη με την ολοκληρωτική καταστροφή, αφού τα ρωσικά στρατεύματα συντρίβοντας την όποια αντίσταση θα βρεθούν στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης, η κατάληψη της οποίας θα αποσοβηθεί μόνο χάρη στην παρέμβαση των υπολοίπων Μεγάλων Δυνάμεων και ειδικότερα της Μεγάλης Βρετανίας. Έτσι, σε αντιστάθμισμα αφ’ ενός της σωτήριας διπλωματικής της διαμεσολάβησης, και αφ’ ετέρου ως αντίδωρο για την εξυπηρέτηση μιας αμυντικής συμμαχίας μεταξύ των δύο πλευρών, η οποία απέβλεπε στην προστασία των ασιατικών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Λονδίνο και Κωνσταντινούπολη θα υπογράψουν στις 4 Ιουνίου 1878 διμερή Συνθήκη, βάσει της οποίας η Μεγάλη Βρετανία αποκτούσε το δικαίωμα «προσωρινής» κατάληψης της Κύπρου.
Πράγματι, οι Βρετανοί δεν θα αργήσουν να εγκαθιδρύσουν τη διοίκησή τους στο νησί, το οποίο τυπικά παρέμενε υπό την κυριαρχία του Σουλτάνου. Για το Λονδίνο η απόκτηση –έστω και με αυτόν τον ιδιόμορφο τρόπο– της Κύπρου αποτελούσε ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη, λόγω της στρατηγικής σημασίας της Μεγαλονήσου τόσο στο γεωπολιτικά ευαίσθητο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, όσο και ευρύτερα ως έναν επιπλέον κρίκο στην αλυσίδα του δρόμου προς την Ινδία. Αντίθετα, για τον ελληνικό πληθυσμό του νησιού η έλευση των Βρετανών θεωρήθηκε ως προάγγελος της Ένωσης με την Ελλάδα σύμφωνα με το πρότυπο των Επτανήσων, αν και γρήγορα οι ελπίδες αυτές θα αποδειχθούν φρούδες, αφού ήταν φανερό πως πρωταρχική μέριμνα της Μεγάλης Βρετανίας δεν ήταν άλλη από τη διασφάλιση των στρατηγικών της συμφερόντων στην περιοχή.
Η ιδιότυπη αγγλοτουρκική συγκυριαρχία στο νησί θα διατηρηθεί τυπικά έως την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε Βρετανία και Οθωμανική Αυτοκρατορία θα βρεθούν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Έτσι, στις 5 Νοεμβρίου 1914, ημέρα κατά την οποία οι τρεις Δυνάμεις της Entente, Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το Λονδίνο ανακοίνωνε τη μονομερή προσάρτηση της Κύπρου (Act of Annexation). Για την ελληνική πλευρά, η έναρξη του Μεγάλου Πολέμου έδειχνε να αποτελεί ευκαιρία πραγματοποίησης του στόχου της Ένωσης της Μεγαλονήσου με το ελεύθερο ελληνικό κράτος. Πράγματι, οι Βρετανοί επιδιώκοντας να επιτύχουν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Entente, δεν θα διστάσουν να προσφέρουν τον Οκτώβριο του 1915 ως αντάλλαγμα στην Αθήνα την Κύπρο, πρόταση όμως που θα απορριφθεί από την ουδετερόφιλη κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη.
Όπως έμελλε να αποδειχθεί αργότερα, η βρετανική προσφορά του 1915 συνιστούσε την πιο σημαντική ευκαιρία για την ολοκλήρωση του στόχου της Ένωσης, αφού ποτέ άλλοτε το Λονδίνο δεν φάνηκε διατεθειμένο να επανέλθει με μια ανάλογη πρόταση. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμμετοχή της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο –έστω και καθυστερημένα– και μάλιστα με το μέρος των νικητών, δεν αρκούσε για την εξασφάλιση μιας ρητής βρετανικής δέσμευσης όπως αυτή του 1915. Αντιλαμβανόμενος το γεγονός ότι το όποιο τυχόν ελληνικό αίτημα σχετικά με την Κύπρο ήταν σχεδόν εκ των προτέρων καταδικασμένο σε αποτυχία, ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα αποφύγει να το διατυπώσει επίσημα στο υπόμνημα που απηύθυνε στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων στις 30 Δεκεμβρίου 1918 σχετικά με τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις. Έτσι, η Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών, που υπογράφηκε στο ομώνυμο παρισινό προάστιο στις 10 Αυγούστου 1920, επισημοποίησε τη βρετανική κυριαρχία στο νησί, ενώ αντίστοιχες προβλέψεις περιελήφθησαν και στη μεταγενέστερη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923), η οποία αντικατέστησε εκείνη των Σεβρών.
Στις 10 Μαρτίου 1925 η Κύπρος ανακηρύχθηκε Αποικία του Στέμματος, εγκαινιάζοντας έτσι και τυπικά μια νέα περίοδο στην ιστορία του νησιού. Η εξέλιξη αυτή πάντως δεν επέφερε καμία ουσιαστική αλλαγή στην εσωτερική πολιτική διάρθρωση της Μεγαλονήσου, αδυνατώντας παράλληλα να κάμψει το αίτημα του ελληνοκυπριακού πληθυσμού για Ένωση με την Ελλάδα. Απτή απόδειξη αυτής της αποφασιστικότητας θα αποτελέσει η εξέγερση του Οκτωβρίου του 1931, η οποία ωστόσο οδήγησε στην κατάργηση της στοιχειώδους πολιτικής αυτονομίας που είχε παραχωρηθεί από τη βρετανική διοίκηση στους κατοίκους του νησιού και στην εφαρμογή σειράς καταπιεστικών μέτρων εις βάρος των τελευταίων. Η εξέγερση, άλλωστε, ήταν αντίθετη και προς την πολιτική της υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο ελληνικής κυβέρνησης, η οποία δεν επιθυμούσε τη δημιουργία προστριβών με το Λονδίνο με αφορμή το Κυπριακό. Ο ίδιος ο Βενιζέλος αμέσως μετά τα γεγονότα του Οκτωβρίου του 1931 διατύπωνε επιγραμματικά αυτήν την πολιτική της Αθήνας: «[…] Κυπριακόν ζήτημα δεν υφίσταται μεταξύ της Ελληνικής κυβερνήσεως και της Αγγλικής. Υφίσταται μεταξύ της τελευταίας ταύτης και των Κυπρίων».
Από την τακτική αυτή δεν θα απομακρυνθεί ουσιαστικά καμία ελληνική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Ενταγμένη στη βρετανική σφαίρα επιρροής, η Αθήνα επιθυμούσε να διατηρήσει αγαθές σχέσεις με το Λονδίνο, προσδοκώντας προφανώς ότι σε μια ευνοϊκότερη συγκυρία θα ήταν ενδεχομένως δυνατόν να ικανοποιηθεί το αίτημα της Ένωσης. Μια τέτοια ευκαιρία φάνηκε να παρουσιάζεται με την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στον οποίο Ελλάδα και Μεγάλη Βρετανία θα βρεθούν στο ίδιο στρατόπεδο αντιμέτωπες με τις Δυνάμεις του Άξονα, γεγονός που αναπτέρωσε τις ελληνικές ελπίδες σχετικά με τη δικαίωση των διεκδικήσεων επί της Κύπρου. Έτσι, τις παραμονές της γερμανικής εισβολής ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξανδρος Κορυζής, είχε θέσει ανοιχτά το ζήτημα στη βρετανική κυβέρνηση, χωρίς ωστόσο θετικό αποτέλεσμα. Την ίδια τύχη θα έχουν όλες τα ανάλογα διαβήματα εκ μέρους της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, αφού το Λονδίνο σταθερά απέκρουε την πιθανότητα παραχώρησης οποιουδήποτε τμήματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας πριν από τη λήξη του πολέμου. Σε αυτό το πλαίσιο, άλλωστε, οι Βρετανοί, επιδιώκοντας την αποφυγή οποιασδήποτε –έστω και έμμεσης– δέσμευσης, είχαν απορρίψει αμέσως μετά την πτώση της Κρήτης στα χέρια των Γερμανών αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για μεταφορά της έδρας της με κυριαρχικά δικαιώματα σε μικρό τμήμα της Κύπρου.
Η απελευθέρωση της Ελλάδας το φθινόπωρο του 1944 δεν επέφερε καμία ουσιαστική αλλαγή στο όλο θέμα. Η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθούσε να διατηρεί τις διεκδικήσεις της, ήταν ωστόσο υποχρεωμένη να κρατά χαμηλούς τόνους, δεδομένου ότι η επιβίωσή της εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την υποστήριξη του Λονδίνου. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Έλληνας πρωθυπουργός, Γεώργιος Παπανδρέου, θα αποφύγει να αναφερθεί δημόσια στο Κυπριακό κατά τη διάρκεια του πρώτου μεταπελευθερωτικού λόγου που εκφώνησε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 1944, και στον οποίο αναφερόταν μεταξύ άλλων στις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις. Αντίθετα, η Ελλάδα προσπάθησε να κρατήσει το ζήτημα σε διμερές επίπεδο, αν και με πολύ περιορισμένη επιτυχία, αφού ήταν φανερό πως η Μεγάλη Βρετανία δεν ήταν διατεθειμένη να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο της παραχώρησης της Κύπρου.
Η αρνητική στάση των Βρετανών στο ενωτικό αίτημα σχετιζόταν πρωτίστως με την επιδίωξη διαφύλαξης της βρετανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή, όπου η Κύπρος αποτελούσε χρήσιμο στρατηγικό έρεισμα. Έτσι, το Λονδίνο, επιχειρώντας να μετριάσει την αντίδραση των Ελλήνων κατοίκων του νησιού, θα αρκεστεί στη διατύπωση ενός πλέγματος προτάσεων σχετικά με την εισαγωγή συνταγματικών μεταρρυθμίσεων στη Μεγαλόνησο, οι οποίες θα αποκρυσταλλωθούν στο σχέδιο Ουΐνστερ. Το τελευταίο, ωστόσο, γρήγορα θα απορριφθεί από τους Ελληνοκυπρίους, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν σταθερά προσανατολισμένοι προς την ιδέα της Ένωσης. Η προσήλωση αυτή θα επιβεβαιωθεί πανηγυρικά από τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος που οργάνωσε τον Ιανουάριο του 1950 το Εθναρχικό Συμβούλιο, αφού το 95,7% των Ελλήνων κατοίκων της Κύπρου θα ταχθούν υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα.
Το δημοψήφισμα, αν και ασφαλώς δεν αρκούσε για να μεταβάλει την άκαμπτη στάση του Λονδίνου, συνέπεσε σχεδόν χρονικά με την άνοδο στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κύπρου του Μακαρίου Γ΄, έως τότε Μητροπολίτη Κιτίου, ο οποίος αμέσως μετά την εκλογή του (Οκτώβριος 1950) ανέλαβε τη συστηματική προβολή του αιτήματος της Ένωσης σε διεθνές επίπεδο. Υπό τη σταθερή καθοδήγηση του Μακάριου, η Εθναρχούσα Εκκλησία της Κύπρου θα αναδειχθεί στο βασικότερο εκπρόσωπο του συνόλου των Ελληνοκυπρίων, υποστηρίζοντας ότι η προσφορότερη οδός για την επίλυση του Κυπριακού προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων ήταν αυτή της προσφυγής στα Ηνωμένα Έθνη. Την ίδια στιγμή, η κοινή γνώμη στην Ελλάδα τασσόταν μαχητικά στο πλευρό των ενωτικών αιτημάτων των Κυπρίων. Σε αυτές τις συνθήκες, η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου, η θέση της οποίας είχε καταστεί ακόμα δυσκολότερη από τη μνημειώδη -αλλά ελάχιστα διπλωματική- δήλωση του Βρετανού υφυπουργού Αποικιών, Χένρυ Χόπκινσον, ότι η Κύπρος ουδέποτε θα αποκτούσε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης (Ιούλιος 1954), αποφάσισε να ανακινήσει επίσημα το Κυπριακό ως διεθνές ζήτημα, καταθέτοντας τον Αύγουστο του 1954 σχετική προσφυγή στον ΟΗΕ.
Τα αποτελέσματα της ελληνικής προσφυγής δεν ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητικά, αφού τα Ηνωμένα Έθνη αποφάσισαν να μη συζητήσουν το θέμα «προς το παρόν», όρος πάντως που σύμφωνα με τις απόψεις της Αθήνας συνηγορούσε υπέρ της αναγνώρισης του διεθνή χαρακτήρα του θέματος. Σε κάθε περίπτωση, η προσφυγή ανέδειξε ένα νέο παράγοντα, η σημασία του οποίου μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε μάλλον υποβαθμιστεί, αν όχι εντελώς παραγνωριστεί: το ενδιαφέρον της Τουρκίας για την τύχη της Κύπρου, ενώ παράλληλα επέφερε σχετική ένταση στις ελληνοβρετανικές σχέσεις, ελαχιστοποιώντας εκ των πραγμάτων τις πιθανότητες εξεύρεσης μιας λύσης σε διμερές επίπεδο. Το οριστικό τέλος στην όποια προοπτική συνεννόησης Αθήνας και Λονδίνου θα έρθει με την έναρξη του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ τον Απρίλιο του 1955.
Μέσα σε αυτό το τεταμένο κλίμα, η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε να συγκαλέσει στα τέλη Αυγούστου του ίδιου έτους την Τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου, στην οποία, πλην βεβαίως της ίδιας της Μεγάλης Βρετανίας και της Ελλάδας, προσκλήθηκε να συμμετάσχει και η Τουρκία, γεγονός που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με νομιμοποίηση της θέσης της Άγκύρας ως τρίτου ενδιαφερόμενου μέρους στο Κυπριακό. Μολονότι η Τριμερής δεν κατέληξε σε κάποιο απτό αποτέλεσμα, επιβεβαιώνοντας απλώς τη διάσταση απόψεων που χώριζε τα εμπλεκόμενα μέρη, συνδυάστηκε με τις πρωτοφανούς έκτασης τουρκικές βιαιότητες σε βάρος της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης, γεγονός που οδήγησε σε δραματική επιδείνωση τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, εισάγοντας έτσι ένα ακόμα εμπόδιο στον ούτως ή άλλως δύσβατο δρόμο της εξεύρεσης μιας κοινά αποδεκτής λύσης του Κυπριακού.
Στα αμέσως επόμενα χρόνια οι διπλωματικές διεργασίες που σχετίζονταν με το Κυπριακό υπήρξαν ιδιαίτερα έντονες. Σε πρώτη φάση, η Βρετανία επιχείρησε να διαπραγματευθεί άμεσα με τους Ελληνοκυπρίους. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1955 άρχισαν οι συνομιλίες του Μακάριου με το νέο Βρετανό διοικητή, σερ Τζον Χάρντινγκ, κατά τη διάρκεια των οποίων ο τελευταίος –υπαναχωρώντας από το «ουδέποτε» του Χόπκινσον– δήλωσε ότι η αρχή της αυτοδιάθεσης θα μπορούσε να εφαρμοσθεί και στην Κύπρο, προτείνοντας ταυτόχρονα την άμεση εισαγωγή ενός νέου καθεστώτος αυτοκυβέρνησης του νησιού. Οι συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών δεν θα έχουν ευτυχή κατάληξη, ενώ το ναυάγιό τους θα επισφραγιστεί από την εξορία του Μακάριου στις Σεϋχέλλες (9 Μαρτίου 1956).
Υπό την πίεση, ωστόσο, της συνεχιζόμενης δράσης της ΕΟΚΑ, το Λονδίνο θα επανέλθει το Δεκέμβριο του 1956 με ένα νέο σχέδιο λύσης, το οποίο είχε επεξεργαστεί ο γνωστός συνταγματολόγος λόρδος Ράντκλιφ. Βάση του σχεδίου Ράντκλιφ αποτελούσε η καθιέρωση συστήματος περιορισμένης αυτοκυβέρνησης, εξασφαλίζοντας στην ελληνοκυ-πριακή πλευρά πλειοψηφική εκπροσώπηση στη νομοθετική συνέλευση σχεδόν απολύτως ανάλογη με τα πληθυσμιακά δεδομένα που υπήρχαν στην Κύπρο. Παραδόξως, πάντως, η πρακτική αξία του σχεδίου υπονομεύτηκε από τους ίδιους τους Βρετανούς, αφού ο υπουργός Αποικιών, Άλαν Λένοξ–Μπόυντ, δήλωσε ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων ότι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης έπρεπε να αναγνωριστεί χωριστά για τις δύο κοινότητες που ζούσαν στο νησί, την πλειοψηφούσα ελληνοκυπριακή και τη μειοψηφούσα τουρκοκυπριακή, θέτοντας έτσι για πρώτη φορά επίσημα το ενδεχόμενο της διχοτόμησης.
Όπως ήταν φυσικό, υπό το φως των δηλώσεων του Λένοξ–Μπόυντ, το σχέδιο Ράντκλιφ απορρίφθηκε άμεσα από την ελληνική πλευρά. Προκειμένου να βρεθεί μια λύση στο αδιέξοδο που είχε στο μεταξύ δημιουργηθεί, η Βρετανία θα προτείνει τον Ιούνιο του 1958 ένα ακόμη σχέδιο, το οποίο έφερε τη σφραγίδα του Βρετανού πρωθυπουργού Χάρολντ Μακμίλλαν. Εξαιρετικά πολύπλοκο στη σύλληψή του, το σχέδιο Μακμίλλαν προέβλεπε ουσιαστικά την εγκαθίδρυση μιας τριπλής συγκυριαρχίας στην Κύπρο μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, αφήνοντας ωστόσο ανοιχτό το ενδεχόμενο της τελικής διχοτόμησης. Ενώ, όμως, τόσο η Αθήνα όσο και ο Μακάριος απέρριψαν άμεσα το σχέδιο Μακμίλλαν, η Άγκυρα έσπευσε να το αποδεχθεί και -εκμεταλλευόμενη την απόφαση του Λονδίνου να το εφαρμόσει ακόμα και χωρίς τη συγκατάθεση της ελληνικής πλευράς– προχώρησε στο διορισμό του Τούρκου κυβερνητικού αντιπροσώπου που προέβλεπε το σχέδιο, αποκαθιστώντας έτσι έστω και έμμεσα για πρώτη φορά από το 1878 την τουρκική κρατική εξουσία στη Μεγαλόνησο.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, επιδιώκοντας να αποτρέψει την περαιτέρω εφαρμογή του σχεδίου Μακμίλλαν, θα διατυπώσει το Σεπτέμβριο του 1958 δημόσια την πρότασή του για δεσμευμένη ανεξαρτησία, η οποία θα απέκλειε τόσο την Ένωση, όσο και τη διχοτόμηση. Η πρόταση του Μακάριου θα αποτελέσει τη βάση των διμερών ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων, οι οποίες θα καταλήξουν στις 11 Φεβρουα-ρίου του 1959 στη Συμφωνία της Ζυρίχης. Η Συμφωνία, την οποία λίγες ημέρες αργότερα αποδέχθηκε και η βρετανική κυβέρνηση μέσω της Συμφωνίας του Λονδίνου, προέβλεπε την ίδρυση της Δημοκρατίας της Κύπρου, αποκλείοντας στο διηνεκές την προοπτική είτε της Ένωσης είτε της διχοτόμησης. Στο εσωτερικό πεδίο, η νεοσύστατη Δημοκρατία αποκτούσε προεδρικό πολίτευμα, με Ελληνοκύπριο πρόεδρο και Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο, με τον τελευταίο να διατηρεί δικαίωμα βέτο σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και εσωτερικής ασφάλειας, ενώ σε γενικές γραμμές η τουρκοκυπριακή μειονότητα αποκτούσε δυσανάλογα μεγάλες προς τον αριθμό της εξουσίες. Τέλος, η Μεγάλη Βρετανία, η Ελλάδα και η Τουρκία αναλάμβαναν την υποχρέωση να εγγυηθούν την ανεξαρτησία, το Σύνταγμα και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου.
Σε εφαρμογή των διατάξεων των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Αυγούστου 1960. Πολύ σύντομα, ωστόσο, η λειτουργία του πολύπλοκου Συντάγματός της αποδείχθηκε ιδιαίτερα δυσχερής, εμπεδώνοντας σταδιακά ένα κλίμα καχυποψίας ανάμεσα στις δύο κοινότητες του νησιού, η οποία θα κορυφωθεί το Νοέμβριο του 1963, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα εισηγηθεί επίσημα την τροποποίηση συγκεκριμένων διατάξεων του Συντάγματος. Η πρόταση των 13 σημείων, όπως έμεινε γνωστή, η οποία στην ουσία αποσκοπούσε στη συρρίκνωση των αυξημένων δικαιωμάτων που είχαν αναγνωριστεί στους Τουρκοκυπρίους, σηματοδότησε την έναρξη εκτεταμένων βιαιοτήτων. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας υπήρξε η κατάρρευση στην πράξη του καθεστώτος που είχαν επιβάλει οι Συμφωνίες του 1959, ενώ οι Τουρκοκύπριοι περιχαρακώθηκαν σε θύλακες που κάλυπταν περίπου το 5% της επιφάνειας της Κύπρου και στους οποίους η κυπριακή κυβέρνηση –αποκλειστικά σε ελληνικά χέρια πλέον– δεν είχε πρόσβαση. Η πρώτη διχοτόμηση είχε πλέον συντελεσθεί.
Τελευταία ουσιαστική διαμεσολαβητική πρωτοβουλία για την ειρηνική επίλυση του χρονίζοντος Κυπριακού προβλήματος θα αποτελέσει η κατάθεση των προτάσεων του Ντην Άτσεσον, ειδικού αντιπροσώπου του Αμερικανού προέδρου, το καλοκαίρι του 1964. Στην πράξη τα δύο σχέδια Άτσεσον, ένα ευνοϊκότερο για την ελληνική πλευρά και ένα ευνοϊκότερο για την τουρκική, συνηγορούσαν υπέρ της Ένωσης της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα, παραχωρώντας παράλληλα τμήμα της Κύπρου ως στρατιωτική βάση στην Τουρκία. Τελικά, πάντως, οι προτάσεις του Άτσεσον όχι μόνο θα απορριφθούν, αλλά επιπλέον η διεξαγωγή των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων από τις ελληνοκυπριακές δυνάμεις στο θύλακα Κοκκίνων–Μανσούρας τον Αύγουστο του ίδιου έτους θα οδηγήσει την Άγκυρα στη διατύπωση απειλών περί εισβολής στο νησί, η οποία τελικά θα αποτραπεί χάρη στην παρέμβαση του προέδρου των ΗΠΑ, Λίντον Τζόνσον.
Τα αμέσως επόμενα χρόνια δεν θα επέλθει καμία ουσιαστική μεταβολή στο status που είχε δημιουργηθεί στην Κύπρο από το 1963. Κάποια κινητικότητα θα παρατηρηθεί στα τέλη του 1966 κατά τη διάρκεια των συνομιλιών Τούμπα–Τσαγλαγιαγκίλ, αλλά και πάλι χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα. Παραδόξως, σημαντικότερη εξέλιξη, όπως με τραγικό τρόπο έμελλε να αποδειχθεί, αποτέλεσε ένα εσωτερικό πολιτικό γεγονός στην Ελλάδα: η εγκαθίδρυση στις 21 Απριλίου 1967 της στρατιωτικής δικτατορίας. Η κυβέρνηση των πραξικοπηματιών εμφανίστηκε αποφασισμένη να καταλήξει σε συμφωνία με την Τουρκία, με απώτερο σκοπό την Ένωση, οι διμερείς επαφές, ωστόσο, κατέληξαν σε πλήρη αποτυχία το Σεπτέμβριο του 1967 κατά τη διάρκεια της συνάντησης του Έβρου. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους, μάλιστα, με αφορμή την προσβολή από τις ελληνικές δυνάμεις του θύλακα της Κοφίνου, η Άγκυρα θα απειλήσει και πάλι με εισβολή, ενώ η κρίση θα ξεπεραστεί χάρη στην έγκαιρη αμερικανική παρέμβαση και τη συνακόλουθη υποχώρηση της Αθήνας, η οποία αναγκάστηκε να αποσύρει την ελληνική μεραρχία που από το 1964 είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο.
Η ολισθηρή πορεία που είχε εγκαινιαστεί από τον Απρίλιο του 1967, θα ολοκληρωθεί το καλοκαίρι του 1974 με το –άμεσα υποκινούμενο από τη ελληνική χούντα–πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, το οποίο θα δώσει στην Τουρκία το πρόσχημα για την εισβολή και την κατάληψη περίπου του 37% του κυπριακού εδάφους (Αττίλας Ι και ΙΙ). Η στρατιωτική κατοχή ενός τόσο σημαντικού τμήματος της Μεγαλονήσου, η οποία είχε μεταξύ άλλων ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ιδιαίτερα σημαντικού προσφυγικού ρεύματος, ανέτρεψε άρδην τις ισορροπίες. Η Άγκυρα επεδίωξε σταθερά την εμπέδωση των τετελεσμένων που στρατιωτικά είχε επιβάλει το 1974, προωθώντας διχοτομικές λογικές, στις οποίες εντάχθηκε και η τακτική της μεταφοράς δεκάδων χιλιάδων εποίκων στο νησί με απώτερο σκοπό την αλλοίωση της πληθυσμιακής ισορροπίας. Έτσι, παρά την πληθώρα καταδικαστικών για την εισβολή και την κατοχή ψηφισμάτων του ΟΗΕ, αλλά και τις διμερείς συμφωνίες Μακαρίου – Ντενκτάς (12 Φεβρουαρίου 1977) και Κυπριανού – Ντενκτάς (19 Μαΐου 1979), οι οποίες προέβλεπαν τη δημιουργία μιας διζωνικής και δικοινοτικής –πλην ανεξάρτητης– ομοσπονδίας στην Κύπρο, οι Τούρκοι δεν μετέβαλαν στην πράξη τη στάση τους, γεγονός που αποδείχτηκε περίτρανα με τη μονομερή ανακήρυξη της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βορείου Κύπρου» το 1983, κίνηση που ασφαλώς προωθούσε την ιδέα της οριστικής διχοτόμησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, όλες οι μεσολαβητικές προσπάθειες που έκτοτε ανέλαβαν τα Ηνωμένα Έθνη δεν θα στεφθούν από επιτυχία, αφού η Άγκυρα δεν φάνηκε διατεθειμένη να προβεί σε οποιεσδήποτε ουσιαστικές υποχωρήσεις. Έτσι, Λευκωσία και Αθήνα θα αναζητήσουν και άλλους δρόμους για την επίλυση του Κυπριακού, με σημαντικότερο αναμφισβήτητα εκείνον της ευρωπαϊκής προοπτικής της Κύπρου, η οποία θα επιβεβαιωθεί πανηγυρικά στις 16 Απριλίου 2003 με την υπογραφή στην Αθήνα της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λίγους μήνες νωρίτερα, εξάλλου, το Νοέμβριο του 2002, εκδηλώθηκε και η σημαντικότερη ίσως –λαμβα-νομένων υπ’ όψιν των γενικότερων περιστάσεων– πρωτοβουλία του ΟΗΕ, η οποία αποκρυσταλλώθηκε με την κατάθεση από τον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού, Κόφι Ανάν, σχεδίου επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος. Ούτε και το σχέδιο Ανάν, ωστόσο, μπόρεσε να δώσει τη λύση στο γόρδιο δεσμό του Κυπριακού, κυρίως εξαιτίας της ανελαστικής πολιτικής της Άγκυρας αλλά και του Τουρκοκύπριου ηγέτη, Ραούφ Ντενκτάς. Το κατά πόσο το σχέδιο αυτό θα μπορέσει στο μέλλον να αποτελέσει τη βάση της οριστικής επίλυσης του χρονίζοντος προβλήματος δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί, αν και μάλλον δύσκολα κάτι τέτοιο θα καταστεί δυνατόν πριν από την 1η Μαΐου 2004, ημερομηνία της πλήρους ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.




Ενδεικτική βιβλιογραφία

Αβέρωφ–Τοσίτσας, Ευάγγελος. Ιστορία χαμένων ευκαιριών: Κυπριακό (1950–1963), τόμοι Α΄-Β΄ (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της ‘‘Εστίας’’, 1982, Β΄ Έκδοση).
Αλεξανδράκης, Μενέλαος / Θεοδωρόπουλος, Βύρων / Λαγάκος, Ευστάθιος. Το Κυπριακό (1950–1974): μία ενδοσκόπηση (Αθήνα: Ελληνική Ευρωεκδοτική, 1987, Β΄ Έκδοση).
Ιεροδιακόνου, Λεόντιος. Το Κυπριακό πρόβλημα: πορεία προς τη χρεωκοπία (Αθήναι: Παπαζήσης, 1975).
Κρανιδιώτης, Γιάννος Ν. Το Κυπριακό πρόβλημα (1960–1974) (Αθήνα: Θεμέλιο, 1984).
Πικρός, Γιάννης Π. Ο Βενιζέλος και το Κυπριακό (Αθήνα: Φιλιππότης, 1980).
Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος. «Η στάση της ελληνικής κυβερνήσεως κατά την κυπριακή κρίση του 1931», Επιστημονική Επετηρίδα ΠΑΣΠΕ (1976–1977), σσ. 485–511
Svolopoulos, Constantinos. «The Lausanne Peace Treaty and the Cyprus Problem», Greece and Great Britain during World War I (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1985), σσ. 233–245.
Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος. Η ελληνική εξωτερική πολιτική (1900–1945), τόμος Α΄ (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της ‘‘Εστίας’’, 2002, Θ΄ Έκδοση).
Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος. Η ελληνική εξωτερική πολιτική (1945–1981), τόμος Β΄ (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της ‘‘Εστίας’’, 2001).
C. M. Woodhouse, «The offer of Cyprus, 1915», Greece and Great Britain during World War I (Thessaloniki: Institute for Balkan Studies, 1985), σσ. 175–195.
Χατζηβασιλείου, Ευάνθης. Το Κυπριακό Ζήτημα (1878–1960). Η συνταγματική πτυχή (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1998).